ΒΙΒΛΙΟ - ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ - ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Φίλες, φίλοι,

Σας καλωσορίζουμε στο blog της ομάδας ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ-ΚΡΙΤΙΚΕΣ! Για πόσο μπορούμε να περιπλανηθούμε στον κόσμο του στοχασμού και της συνείδησης; Μέχρι πού αποδεχόμαστε το ελεύθερο πέταγμα της σκέψης; Κι όταν γυρίσουμε στο παρόν, στη λογική, στο «πρέπει», δεν θα πούμε ότι ήταν όνειρο, παράκρουση ή μέθη; Αυτό το ταξίδι της σκέψης στη μέθη και στο όνειρο ευελπιστεί να χαρίσει αυτή η ομάδα στον κάθε αναγνώστη. Να του δώσει φτερά για να ξεκινήσει το μαγικό σεργιάνι του σε έναν κόσμο απόλυτα αληθινό αλλά και τόσο ανεξερεύνητο, στον χώρο του βιβλίου που τόσο αγαπάμε. Και μαζί, να το στηρίξουμε με αγάπη, ήθος, ευγενικές προθέσεις, σκέψεις και πράξεις!

Γιούλη Τσακάλου

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2018

ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ-ΚΡΙΤΙΚΕΣ Γράφει η κα Λίτσα Κοντογιάννη για το βιβλίο "Επάγγελμα Γραμματέας - Νάντια Παπαθανασοπούλου" Εκδόσεις Πνοή!



Νάντια Παπαθανασοπούλου,
εκδόσεις ΠΝΟΗ

Επάγγελμα  Γραμματέας ή καλύτερα …. Επάγγελμα Γυναίκα, μέσα από τους πολλαπλούς ρόλους που εκτελεί καθημερινά;

4 γυναίκες, 4 διαφορετικές ιστορίες, απλές καθημερινές, γλυκόπικρες, ίσως και καθημερινής τρέλας θα μπορούσε να πει κανείς σε ορισμένα σημεία. Πραγματικές καταστάσεις που έχουν να κάνουν με τη ζωή και τον έρωτα. Ένα βιβλίο που σε ορισμένα σημεία του, δίνει τροφή για προβληματισμό.

Δεν είναι μια απλή ιστορία γυναικών που έχουν ψυχολογικά αδιέξοδα. Είναι ένα μυθιστόρημα που πατάει γερά στο σήμερα, στην Ελλάδα της οικονομικής κρίσης, της κρίσης αξιών, και τον αντίκτυπο που έχει σε όλους μας. Και σε τέτοιες περιπτώσεις χρειάζονται κότσια να μπορεί να στήσει κανείς τον εαυτό του απέναντι, τη θέση του ψυχαναλυτή, και να αντιμετωπίσει με θάρρος και επί της ουσίας τα προβλήματα του, έτσι ώστε να μη προβεί εις βάρος του ψυχολογικά, με μοναδικό στόχο την διεκδίκηση της ισορροπίας και της ευτυχίας.

Αυτό που με εξέπληξε ευχάριστα είναι πως η υπόθεση διαδραματίζεται στη Κορινθία. Πείτε με τοπικίστρια αλλά αυτό πραγματικά με χαροποίησε πολύ. Αυτό όμως το γεγονός δεν έχει καμία απολύτως σημασία γιατί θα μπορούσε να είναι οποιαδήποτε άλλη περιοχή της Ελλάδας.

Μια γραφή πολύ όμορφη, δροσερή, ένα βιβλίο πολύ καλογραμμένο και αισιόδοξο, λουσμένο στο φως, που διαβάζεται στη κυριολεξία απνευστί.

Λίτσα Κοντογιάννη
ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ-ΚΡΙΤΙΚΕΣ




Η Νάντια Παπαθανασοπούλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κόρινθο. Ασχολήθηκε από πολύ μικρή ηλικία με τη λογοτεχνία ως αναγνώστρια και ως συγγραφέας. Το «Επάγγελμα Γραμματέας» είναι το πρώτο βιβλίο που αποφάσισε να μοιραστεί μ’ ένα ευρύτερο κοινό και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πνοή.


Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2018

Συνέντευξη του συγγραφέα κ. Κυριάκου Αθανασιάδη στην Γιούλη Τσακάλου, ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ-ΚΡΙΤΙΚΕΣ!!


Κυριάκος Αθανασιάδης




Μία συζήτηση με τον Κυριάκο Αθανασιάδη, με αφορμή το τελευταίο μυθιστόρημά του, «Οι τέσσερις εποχές της Μέλισσας», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός.


- Γιούλη Τσακάλου: Κύριε Αθανασιάδη, θα ήθελα να αρχίσουμε την κουβέντα μας μιλώντας λίγο για το προηγούμενο βιβλίο σας, τον «Οδηγό συγγραφής», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός. Με ιντριγκάρισε αφότου μία γνωστή και πολύ αγαπητή συγγραφέα μού είπε σε μία συζήτησή μας ότι είναι καταπληκτικό εγχειρίδιο για νέους συγγραφείς.
- Κυριάκος Αθανασιάδης: Να είστε καλά, και εκείνη και εσείς. Κοιτάξτε, έγραψα αυτό το βιβλίο κατά βάση για ένα λόγο: σαν μία συνηγορία στην πεζογραφία, μία συνηγορία στην τέχνη του μυθιστορήματος. Μολονότι όλες οι άλλες τέχνες διδάσκονται, οι πολλοί πιστεύουν πως το γράψιμο είναι κάτι ευτελές, κάτι που δεν θέλει σπουδές, δεν θέλει προεργασία — κάτι που μπορούμε να κάνουμε όποτε θέλουμε, όπως ας πούμε όταν τραγουδάμε στο μπάνιο. Ε, δεν είναι έτσι τα πράγματα. Η συγγραφή δεν είναι αποπαίδι της τέχνης, όπως ισχυρίζονται αρκετοί κυρίως σε χώρες της περιφέρειας όπως η Ελλάδα. (Γιατί σε μεγάλες χώρες με ισχυρή παράδοση η Λογοτεχνία διδάσκεται, και μάλιστα διδάσκεται σε πολύ υψηλό επίπεδο, στα πανεπιστήμια. Και βγάζει πολύ γερούς συγγραφείς: αυτούς που αγαπούν όσοι λένε πως η Λογοτεχνία δεν διδάσκεται…) Ο «Οδηγός συγγραφής» είναι ένα εισαγωγικό «εγχειρίδιο», όπως λέτε κι εσείς, ένα ευσύνοπτο σεμινάριο δημιουργικής γραφής, και απευθύνεται στον καθένα, σε νεότερους και μεγαλύτερους ομοτέχνους. Χωρίς τους κανόνες που περιέχει, για να το πούμε ξεκάθαρα, ας μην περιμένει κανείς να γράψει κάτι που να αξίζει να αγοραστεί και να διαβαστεί. Απροπό, οι κανόνες αυτοί δεν είναι δικοί μου, εγώ απλώς τους συγκεντρώνω και τους καταγράφω. Οι κανόνες αυτοί, όμως, είναι το παν. Εκτός αν κάποιος θεωρεί πως είναι ο Κάφκα, ξέρω γω, ή η Βιρτζίνια Γουλφ, οπότε αλλάζει το πράγμα. Αλλά ο τόπος είναι γεμάτος Κάφκα και Γουλφ, και σας λέω με το χέρι στην καρδιά πως οι άνθρωποι των εκδοτικών αναστενάζουν όποτε ανοίγουν ένα τέτοιο χειρόγραφο — λαμβάνουν χιλιάδες τέτοια κάθε χρόνο. Δεν μιλάμε για εμπορικότητα εδώ ή για ποιότητα. Μιλάμε για το αν είναι κάτι βιβλίο, ή αν δεν είναι. …Αλλά είπα πολλά, πάμε παρακάτω.



- Γ.Τσ.: Να πάμε λοιπόν! Συνήθως οι συγγραφείς ξεκινούν να γράφουν έχοντας κάποια εμπειρία που ήθελαν να μοιραστούν και που τους ακολουθεί. Εσείς είχατε κάποιο θέμα που τριγύριζε στο μυαλό σας και δεν θα ησυχάζατε εάν δεν είχατε διέξοδο την πένα και έτσι γράψατε τις «Τέσσερις εποχές της Μέλισσας», που κυκλοφορεί επίσης από τις Εκδόσεις Ψυχογιός;
- Κ.Α.: Όχι, όχι. Την ιδέα μού την έδωσε μία φίλη. Μου άρεσε, είδα πως μπορούσα να την επεξεργαστώ, και απλώς το έκανα. Κυρίως όμως: φαντάστηκα την ηρωίδα μου, την ερωτεύτηκα και εγώ όπως και όλοι οι άλλοι μέσα στο βιβλίο, καθώς είναι πανέμορφη και γλυκιά, και έγινα αυτή. Μου άρεσε που έγινα η Μέλισσα. Δεν έχω μέσα μου θέματα που δεν επεξεργάζομαι στον καθημερινό, δημόσιο ή ιδιωτικό λόγο μου, σε άρθρα ή αλλού. Τα βιβλία είναι εντελώς άλλο πράγμα. Προφανώς και μας «φέρουν», φέρουν μέσα στις σελίδες τους τον συγγραφέα τους δηλαδή, και την εποχή του, αλλά κυρίως δίνουν διέξοδο σε όσα έχει ο αναγνώστης τους μέσα του. Όχι ο συγγραφέας, αλλά ο αναγνώστης. (Στην περίπτωση της «Μέλισσας», κυρίως η αναγνώστρια). Για αυτό διαβάζουμε, άλλωστε. Ενώ, από την άλλη, γράφουμε (για την ακρίβεια: εκδίδουμε) για να αφηγηθούμε ιστορίες. Για να τις αφηγηθούμε όσο πιο καλά μπορούμε. Η δε ικανοποίηση που παίρνεις όταν ο κόσμος που έχεις οραματιστεί και φτιάξει αποκτά καινούργιους «τουρίστες», ταξιδιώτες που αποφάσισαν να τον περιηγηθούν, και να μείνουν στα σπίτια του, και να φάνε και να πιουν στις ταβέρνες του — ε, αυτή η ικανοποίηση είναι μαγική.



- Γ.Τσ.: Πώς νοιώθετε πιο δημιουργικός: ως συγγραφέας, ως επιμελητής, ως αναγνώστης σε εκδοτικό οίκο, ή ως ραδιοφωνικός παραγωγός; Πώς συνδυάζονται όλα αυτά;
- Κ.Α.: Τώρα πια, εδώ και ενάμιση χρόνο περίπου, δεν είμαι τίποτε από τα τρία τελευταία. Αποφάσισα, μετά από τρεις δεκαετίες στον εκδοτικό χώρο, να δουλεύω μόνο σαν συγγραφέας πλήρους απασχόλησης. Όσο δε για το ραδιόφωνο, επίσης το σταμάτησα μετά από εφτά χρόνια. Αλλά, για να σας απαντήσω: καθετί που κάνουμε μας παρέχει ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο πεδίο ελευθερίας: δημιουργικότητας — και, από την άλλη, επίσης καθετί έχει όρια. Εννοώ, πρέπει να έχει. Οφείλει. Ο πολιτισμός μας είναι φτιαγμένος πάνω ακριβώς σε όρια και κανόνες. Δημιουργικός είμαι επίσης και στην κουζίνα μου, καθώς μού αρέσει να μαγειρεύω. Αν μαγειρεύετε και εσείς, ξέρετε πόσο ικανοποιητικό μπορεί να είναι πολλές φορές αυτό, όταν βέβαια μαγειρεύεις για κάποιον άλλον. Όλα είναι όμορφα, και μαζί όλα (πρέπει να) σε περιορίζουν. Έτσι είναι η ζωή, ευτυχώς.

- Γ.Τσ.: Ο χώρος της λογοτεχνίας είναι μικρός ή χωράει κάθε νέα ιδέα, κάθε άνθρωπο που πιστεύει πως μπορεί να γράφει;
- Κ.Α.: Ο καθένας είναι ελεύθερος να κάνει όποιο χόμπι θέλει. Ειδικά η λογοτεχνία είναι ένα τελείως άκακο χόμπι. Σε αντίθεση, για παράδειγμα, με το κυνήγι ή το ψάρεμα. Ή το paintball. Η αγορά, τώρα, του βιβλίου, είναι άλλο πράγμα. Στην αγορά του βιβλίου δεν πάμε να κάνουμε το χόμπι μας. Αν ήταν έτσι, μετά από μερικούς μήνες δεν θα υπήρχε καν αγορά του βιβλίου. Δεν θα υπήρχαν εκδότες, και δεν θα υπήρχαν βιβλιοπωλεία. Θα ήμασταν, και το εννοώ, ζούγκλα. Οι εκδοτικοί οίκοι και τα βιβλιοπωλεία και οι αναγνώστες υπάρχουν και στηρίζονται χάρη στους επαγγελματίες της γραφής.

- Γ.Τσ.: Μερικοί συγγραφείς μπορεί να κυνηγούν την δημοσιότητα με κάθε τρόπο. Εσείς πώς αντιμετωπίζετε το θέμα «προβολή» και πόσο θέλετε να είστε μέρος του «star system» των συγγραφέων;
- Κ.Α.: Δεν έχω πρόβλημα με κανέναν. Συχνά είναι λίγο αστείο αυτό που συμβαίνει με κάποιους, ιδίως όταν μιλούν μόνο για τα βιβλία τους (καλά ή κακά, δεν έχει σημασία) και δεν εκτίθενται ποτέ, περπατούν στις μύτες, από φόβο μήπως χάσουν… πελάτες, αλλά όλοι οι χώροι έχουν και τις αστείες τους πλευρές. Όσο για μένα, φυσικά και θα ήθελα να είμαι μέρος τού star system, δεν υπάρχει κάτι κακό σε αυτό.

- Γ.Τσ.: Πού θα θέλατε να κατατάξουν οι αναγνώστες τα βιβλία σας; Στα ευπώλητα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, ή στα βιβλία που κάποιοι ονομάζουν «ποιοτικά»; Και τι γνώμη έχετε για αυτό το θέμα; Προσωπικά αυτό τον διαχωρισμό δεν τον κατάλαβα ποτέ, συγχωρέστε με!
- Κ.Α.: Με τη «Μέλισσα» ξεκίνησα το κεφάλαιο της συγγραφικής μου καριέρας που λέγεται «Up Market Λογοτεχνία»: καλύπτει και τις δύο κατηγορίες που αναφέρατε. Έχει όλα τα χαρακτηριστικά των ευπωλήτων, και είναι όσο γίνεται πιο καλογραμμένη, πάντα εντός πλαισίων. Και θα μείνω εδώ, στη λεγόμενη Up Market Λογοτεχνία, προσπαθώντας να γράφω μυθιστορήματα που προσωπικά θα τα ευχαριστιέμαι πολύ, που θα βάζω όλο τον εαυτό μου σε αυτά, και που θα πουλάνε πολύ. Η ποιότητα και η ποσότητα είναι δίδυμες αδελφές — η ποσότητα δεν είναι καμιά ψυχοκόρη που κοιμάται στη μικρή κάμαρη ή στο κελάρι. Προς Θεού. Αυτά είναι λυμένα εδώ και αιώνες.

- Γ.Τσ.: Πώς σας φαίνεται το γεγονός ότι μία πληθώρα ανθρώπων θέλουν να εκφραστούν μέσω της πεζογραφίας και να γίνουν συγγραφείς; Υπάρχει χώρος; Αν θέλετε τη γνώμη μου, οι συγγραφείς έγιναν πιο πολλοί από τους αναγνώστες, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να τραβάει τα μαλλιά του, μη γνωρίζοντας τι να πρωτοδιαβάσει και τι να πρωτοαγοράσει! Τι άποψη έχετε;
- Κ.Α.: Πάντα συνέβαινε αυτό, ξέρετε, και μάλιστα παντού. Καλά κάνουν. Καλά κάνουμε. Ο κάθε αναγνώστης πράγματι τραβά τα μαλλιά του, αλλά όλοι μαζί, το αναγνωστικό κοινό σαν σύνολο, συνεπικουρούμενο από τους διαφόρων ειδών κριτικούς, ξεχωρίζει ποια θέλει εντέλει. Και ποια δεν θέλει.

- Γ.Τσ.: Ποιο είναι το κεντρικό μήνυμα που θα θέλατε να περάσετε στον αναγνώστη μέσω του τελευταίου μυθιστορήματός σας, «Οι τέσσερις εποχές της Μέλισσας»;
- Κ.Α.: Κανένα. Δεν έχει μηνύματα η «Μέλισσα», είναι ένα κοινωνικό-αισθηματικό μυθιστόρημα εποχής που γράφτηκε για να αρέσει. Για να περάσει καλά η αναγνώστριά του. Για να το ευχαριστηθεί και να ταξιδέψει μαζί του. Δεν έχει μηνύματα. Έχει όμως μια γερή ιστορία, και πολλούς χαρακτήρες, και δράση, και μεταπτώσεις, και θανάτους, και γάμους, και ναυάγια, και κάστρα, και παιχνίδια της μοίρας. Και έχει και φανατικές αναγνώστριες ήδη, και αυτό με έχει γεμίσει τεράστια ικανοποίηση. Πηγαίνει καλά, θα πάει ακόμη περισσότερο καλά όσο περνά ο καιρός, και θα ικανοποιήσει και τον εκδότη μου, τον Θάνο Ψυχογιό, τον leader του χώρου. Αν είναι ικανοποιημένος ο εκδότης, είναι ικανοποιημένος και ο συγγραφέας. Αλλά προέχει να ικανοποιηθεί το αναγνωστικό κοινό. Θέλω να πιστεύω, και μαθαίνω, πως τα καταφέραμε.



- Γ.Τσ.: Αναρωτιέμαι αν στη συγγραφική σας καριέρα σάς έχουν στεναχωρήσει πράγματα ή και άνθρωποι;
- Κ.Α.: Προφανώς. Αλλά και εγώ έχω στενοχωρήσει πολλούς. Έτσι πάει.

- Γ.Τσ.: Ποιος νομίζετε ότι είναι ο μεγαλύτερος εχθρός της λογοτεχνίας;
- Κ.Α.: Η οικονομική δυσπραγία, η ανεργία και η ανέχεια. Όσο πιο πολλά βιβλία βγαίνουν, τόσο πιο πολλοί καλοί συγγραφείς θα αναδεικνύονται: είναι θέμα στατιστικής. Αλλά για να εκδοθούν αυτά τα πολλά βιβλία, πρέπει να αγοραστούν τα προηγούμενα, και μάλιστα από πολλούς. Αυτό γίνεται μόνο όταν πηγαίνει καλά η οικονομία, και ο κόσμος δουλεύει, και έχει ελεύθερο χρόνο για να τον αξιοποιήσει διαβάζοντας.

- Γ.Τσ.: Υπάρχουν κάποιες λέξεις στη ζωή σας που σας συνοδεύουν;
- Κ.Α.: Η λέξη Άρης. Η ομάδα μου.

- Γ.Τσ.: Ποια είναι η ευθύνη ενός πνευματικού ανθρώπου σήμερα;
- Κ.Α.: Δεν έχει καμία ευθύνη, κανείς. Ο καθένας κάνει μόνο ό,τι τού επιβάλλει η συνείδησή του και το γούστο του.

- Γ.Τσ.: Σε έναν συγγραφέα συνηθίζεται να ρωτούν στο τέλος μιας κουβέντας, τι ετοιμάζει τώρα. Εγώ θέλω να ξεφύγω από το πλαίσιο και σας ρωτώ ευθέως γιατί μας εγκαταλείψατε και προτιμήσατε να ζήσετε χωρίς εμάς στα ξένα;
- Κ.Α.: Δεν είχα ταξιδέψει σχεδόν ποτέ στο εξωτερικό, και ήθελα να το ζήσω επιτέλους αυτό. Ας πούμε ότι μου το χρωστούσα. Δουλεύω πάρα πολλά χρόνια, και δεν έχω πάει ποτέ μου καν διακοπές. Ήταν η κατάλληλη στιγμή, καθώς τα πράγματα στην Ελλάδα είναι πολύ άσχημα, και χειροτερεύουν μέρα με την ημέρα. Υπό μία έννοια, δραπέτευσα από μία χώρα που αγαπώ στον υπερθετικό βαθμό.

- Γ.Τσ.: Πιστεύετε ότι θα έχετε καλύτερο επίπεδο ζωής στην Τσεχία;
- Κ.Α.: Εκατό τοις εκατό, η διαφορά είναι χαώδης. Κανείς Έλληνας, άλλωστε, από όσους μεταναστεύσαμε τα τελευταία χρόνια δεν πήγε στα ορυχεία ή στη λάντζα, ή στις φάμπρικες, όπως συνέβαινε στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, ή μετά τον Εμφύλιο. Εδώ (στην Πράγα, αλλά και οπουδήποτε πήγαν όλοι οι υπόλοιποι) είναι η μέρα με τη νύχτα σε σχέση με την Ελλάδα. Μπορείς να δουλέψεις με καθαρό κεφάλι, να προχωρήσεις σε καθαρούς δρόμους, να πάρεις το λεωφορείο στην ώρα του. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο σημαντικό είναι για ένα συγγραφέα να περνάει το λεωφορείο στην ώρα του. Προσωπικά είμαι απολύτως εξαρτημένος, βέβαια, από την Ελλάδα οικονομικά και επαγγελματικά, και θα είμαι μέχρι να πεθάνω, οπότε μόνο το πλαίσιο αλλάζει στη ζωή μου. Αλλά δεν είναι λίγο και αυτό, είναι σημαντικό.

- Γ.Τσ.: Κύριε Αθανασιάδη, σας ευχαριστώ πολύ! Σας εύχομαι να έχετε πολλές-πολλές εμπνεύσεις για να σας απολαμβάνουμε εμείς οι αναγνώστες έστω και από μακριά!
- Κ.Α.: Εγώ σάς ευχαριστώ, μου άρεσε πολύ αυτή η συνέντευξη, ειλικρινά.

- Γ.Τσ.: Και κάτι τελευταίο, εκτός θέματος… Έχετε φοβερό χιούμορ, ή μου φαίνεται;
- Κ.Α.: Σας φαίνεται. …Όχι, πλάκα κάνω. Μου αρέσει να γράφω αστεία στο Facebook, ναι. Σε όλους μας δεν αρέσει; Είναι ένας καλός τρόπος να «προσθέτεις περιεχόμενο», content που λένε, στη συνήθως άχαρη, και συχνά βίαιη, πραγματικότητα, όπως αυτή αποτυπώνεται στα social media. Να είστε καλά! Κι εσείς, και οι αναγνώστες σας. Τους θέλουμε μαζί μας. Είμαστε όλοι ένα.

Οφείλω να ομολογήσω οτι αυτή η συνέντευξη ξεπέρασε κάθε προσδοκία μου!!😊


ΓΙΟΥΛΗ ΤΣΑΚΑΛΟΥ
ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ-ΚΡΙΤΙΚΕΣ 
 






ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ

Ο ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1963. Είναι συγγραφέας, επιμελητής εκδόσεων, αναγνώστης σε εκδοτικούς οίκους και συνιδρυτής του πολιτιστικού-πολιτικού σάιτ και διαδικτυακού ραδιοφώνου Αμάγκι (www.amagi.gr). Πεζογραφικά βιβλία: Ιστορίες Υπερβολής (διηγήματα, «Ροές» 1987, β΄ έκδ. «Δήγμα» 2010), Δώδεκα (μυθιστόρημα, Καστανιώτης 1991), Μικροί Κόσμοι (μυθιστόρημα, Λιβάνης 1996), Το Σάβανο της Χιονά της (μυθιστόρημα, «Σύγχρονοι Ορίζοντες» 2002), Το Βασίλειο του Αποχαιρετισμού (νουβέλα, «Σύγχρονοι Ορίζοντες» 2002), Πανταχού Απών (μυθιστόρημα, «Τυπωθήτω» 2007), Κακορραφίες (διηγήματα, «Δήγμα» 2009), Ζα Ζα (μυθιστόρημα, «Free Thinking Zone» 2012), Ξυράφια /Razors (θεατρικό, δίγλωσση έκδοση, «Free Thinking Zone» 2013), Η Κόκκινη Μαρία (μυθιστόρημα, «Διόπτρα» 2014). Βιβλία για παιδιά: Ο χιονάνθρωπος που ήθελε να γίνει Αϊ-Βασίλης («Μίνωας» 2002), Η βίλα των πνευμάτων («Μίνωας» 2003), Μαγική εικόνα («Μίνωας» 2003), Σαντιγί για μάγισσες («Μίνωας» 2003), Ο άγριος Βασίλης («Βιβλιοπωλείον της Εστίας», 2003), Μάγος είσαι ; («Φαντασία» 2004), Οι περιπέτειες του Μεφίστο («Κέδρος» 2016). Επίσης, έχει εκδώσει 6 μυθιστορήματα φαντασίας για εφήβους, με ψευδώνυμο. 

Περισσότερα για το συγγραφέα μας εδώ


Τρίτη, 13 Μαρτίου 2018

ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ-ΚΡΙΤΙΚΕΣ Γράφει η κα Φλώρα Ματέ για το βιβλίο "Ενας απο μας - Νούλη Τσαγκαράκη" Εκδόσεις Πνοή!






Ένα εξαιρετικό βιβλίο με 16 διαμαντάκια, που είναι γεμάτα τρυφερότητα, ανθρωπιά και πολλά μηνύματα που είναι φυσικά βγαλμένα από την σημερινή σκληρή πραγματικότητα που βιώνουμε στην Ελλάδα. Η γραφή της συγγραφέως άψογο και γεμάτο λυρισμό.
Προσπάθησα να διαλέξω ποιο διήγημα μου άρεσε περισσότερο. Σας διαβεβαιώ πως είναι άκρως δύσκολο, γιατί το κάθε διήγημα είναι τελείως διαφορετικό από το άλλο με μόνο κοινό την άψογη γραφή της Νούλης Τσαγκαράκη. Βέβαια μπήκα στο πειρασμό να αναφέρω κάποια αποσπάσματα, για να δικαιολογήσω γιατί με άγγιξαν τόσο πολύ.

Το διήγημα «Ένας από μας» βλέπουμε την Άννα που εξηγεί τους λόγους που παθιάζεται σαν δασκάλα, για τις αξίες της, στην σελίδα 110: «Όσο μάλωναν μεταξύ τους, μορφωμένοι άνθρωποι, τόσο εστίαζε η Άννα στην ειρηνική συνύπαρξη των διαφορετικής καταγωγής παιδιών, από την οποία έπρεπε, κατ’ αυτήν, να παραδειγματίζονται οι μεγάλοι και η ανάγκη να τα υπερασπίζεται απέναντι στον κάθε κρετίνο γιγαντωνόταν μέσα της. Ένιωθε πραγματική δασκάλα, επιφορτισμένη όχι απλώς με το καθήκον να τους μάθει γράμματα, αλλά να τους διδάξει αξίες ζωής, αξίες πανανθρώπινες που έδεναν και δεν διαιρούσαν ανθρώπους.

«Οι ιστορίες τους» διηγιόταν η Άννα στον παππού της, «έχουν έναν κοινό παρανομαστή, τον αγώνα για μια καλύτερη ζωή, κι αυτός ο αγώνας δεν έχει εθνικότητα, ούτε χρώμα. Ποια είναι η διαφορά της δικής τους πορείας από τη δική σου; Μετανάστες αυτοί, μετανάστης κι εσύ. Δεν έχει σημασία που εσύ υπήρξες εσωτερικός μετανάστης, σημασία έχει πως αναγκάστηκες να εγκαταλείψεις τον τόπο σου!»

«Δεν μας χώραγε όλους ο τόπος, παιδί μου, γι’ αυτό φύγαμε. Ούτε κι αυτός μας χωράει πια, τόσοι που γίναμε, μα δεν είμαστε εμείς που θα φύγουμε τώρα».
Ένα ακόμη απόσπασμα είναι στο διήγημα «Θέμα επιλογής» όπου η Αμαλία συνομιλεί με τον άστεγο που κάνει απεργία πείνας έξω από το Υπουργείο Οικονομικών στην σελίδα 144: «Την άλλη μέρα η Αμαλία βρέθηκε μπροστά στο υπουργείο. Περιεργάστηκε τον μεσήλικα που καθόταν οκλαδόν στο πεζοδρόμιο έχοντας μια αυτοσχέδια ταμπέλα μπροστά του. “Απεργός πείνας. Διεκδικώ τη χαμένη μου αξιοπρέπεια”.

Ελάχιστοι από τους περαστικούς σταματούσαν να τη διαβάσουν, οι περισσότεροι προσπερνούσαν βιαστικά χωρίς καλά καλά να τον βλέπουν, κάποιοι μάλιστα σκόνταφταν επάνω του. “Τι ελπίζει να πετύχει ένας άνθρωπος ολομόναχος, είναι απορίας άξιον” σκέφτηκε. Η Αμαλία πλησίασε και συστήθηκε. “Δεν με ξέρετε... είμαι η κυρία που σας άφηνε τη σακουλίτσα με το φαγητό”. Σήκωσε το κεφάλι και την κοίταξε. Το πρόσωπο του είχε δυο βαθιές αυλακιές στις άκρες των χειλιών, σημάδι πως είχε υπάρξει χαρούμενος κάποτε. Η Αμαλία τον φαντάστηκε να γελά - θα του πήγαινε σίγουρα.

“Σας ευχαριστώ πολύ” έφτασε στ αφτιά της η βαθιά, ευγενική φωνή.
“Ακούστε” συνέχισε εκείνη, “δεν θέλω να σας προσβάλω, αλλά δεν χρειάζεται να το κάνετε αυτό. Εγώ είμαι από τους τυχερούς, ξέρετε. Έχω χρήματα και μπορώ να σας στηρίξω. Ελάτε να φύγουμε από δω” “Και πάλι σας ευχαριστώ, αλλά μου φαίνεται πως δεν έχετε καταλάβει. Δεν γίνεται η ζωή να εξαρτάται από την ελεημοσύνη των άλλων”. “Όχι ελεημοσύνη” διαμαρτυρήθηκε η Αμαλία. “Ας πούμε καλύτερα, μια προσπάθεια εξισορρόπησης αδικιών”. Τα μάτια της, πεντακάθαρα, δεν έκρυβαν κανέναν δόλο, και παρά την ηλικία της - συνομήλική του πάνω κάτω - εξέπεμπε μια αθωότητα. Ο άντρας χαμογέλασε θλιμμένα.

“Ν’ ανασκευάσω λοιπόν: δεν γίνεται η ζωή να εξαρτάται από την καλοσύνη των άλλων”. “Ναι, αλλά έτσι θέτετε σε κίνδυνο τη δική σας ζωή”.
“Σε ποια ζωή αναφέρεστε ακριβώς;” ρώτησε μ’ έναν τρόπο που την πάγωσε, και πού να βρει τα λόγια να γεφυρώσει το χάσμα που τους χώριζε. “Θέλω να ζω σαν άνθρωπος, όχι σαν ζώο” κάλυψε το κενό που δημιουργήθηκε. “Κι αν αυτό είναι αδύνατον, τότε ο θάνατος είναι η μόνη λύση. Δεν με τρομάζει...” Η Αμαλία σκέφτηκε ότι είχαν κάτι κοινό - ούτε εκείνη την τρόμαζε ο θάνατος. “Αλλά δεν θα πεθάνω μόνος, ντροπιασμένος” συνέχισε ο άντρας, “ψάχνοντας στα σκουπίδια για λίγο φαγητό.

Θα πεθάνω εδώ, μπροστά στα μάτια τους, υπενθυμίζοντας μέχρι την τελευταία στιγμή την ευθύνη που φέρουν”. Την είδε που παρέμενε σιωπηλή, με το κεφάλι κατεβασμένο κι άπλωσε το χέρι για να πιάσει το δικό της. “Μην ταράζεστε, όλα είναι θέμα επιλογών”. Μα πώς να μην ταραχτεί! Μια ευγενική φυσιογνωμία όπως η δική του, ένας άνθρωπος βαθυστόχαστος, απ’ ό,τι είχε διαφανεί, μορφωμένος, να βρίσκεται μόνος κι έρημος σε μια πάλη με φαντάματα! Απορούσε πού ήταν όλοι οι άλλοι, οι χιλιάδες των ανέργων, να συμπορευτούν μαζί του, να κάνουν το σύστημα να τρίξει, να παραλύσουν την κοινωνία από τον τρόμο».

Και τέλος ένα ακόμη απόσπασμα που με συγκίνησε πολύ στο διήγημα «ΧΑΦΕΖ» η συνομιλία της Δώρας με τον Χάβεζ στην σελίδα 160: «Την τρίτη φορά που σταμάτησε μπροστά του, ο Χάφεζ μπήκε στ’ αυτοκίνητο κρατώντας στα χέρια του ένα πολύχρωμο πλαστικό πουλί. Της το παρουσίασε με τον ενθουσιασμό μικρού παιδιού. «Κοίτα!» Πατώντας το “on”, ξεκίνησε να κελαηδάει ανεβοκατεβάζοντας μηχανικά το κεφάλι. “Ωραίου, ε;” το έτεινε προς το μέρος της. “Ντώρο από Χάβεζ”. Η Δώρα αιφνιδιάστηκε. Καλά, το δώρο ήταν για πέταμα, ένα κιτσάτο πράγμα, σκέτο χάλι, η χειρονομία όμως... Χαμογέλασε σαστισμένα.



«Ευχαριστώ, Χάφεζ, αλλά δεν χρειάζεται. Μη σπαταλάς άδικα τα λεφτά σου».
«Λίγκα λεφτά, πενήντα σεντ από φίλο», την καθησύχασε, ενώ συνέχισε να παίζει με το κουμπάκι.
Η έμπρακτη ανταπόδοση άγγιξε τις πιο ευαίσθητες χορδές της, ωθώντας την ένα βήμα παραπέρα. Τα ψώνια, θέμα διάθεσης μέχρι τότε, τα ενέταξε στις ανάγκες, καθιστώντας τα εβδομαδιαία υπόθεση. Κι ελόγου του, αγνοώντας τις αντιρρήσεις της, ερχόταν κάθε τόσο μ ένα δώρο στο χέρι. Το ένα χειρότερο από τ άλλο.

Η Δώρα τα έκρυβε σπίτι της, φοβούμενη το ρεζιλίκι αν τ’ αντίκριζε ανθρώπινο μάτι. Η έκδηλη εντούτοις ευγνωμοσύνη του, έγιανε κάθε φορά κι από ένα κομμάτι της τραυματισμένης ψυχής της.

Βλέποντας τον ν απέχει απ όσα η ίδια θεωρούσε πραγματικό φαγητό, η Δώρα προσπαθούσε να τον πείσει να πάρει λίγο ψάρι, λίγο κρέας, λίγο κιμά έστω. Ο Χάφεζ αρνιόταν σθεναρά. Με το περιορισμένο λεξιλόγιο που χρησιμοποιούσε, η Δώρα αγκομάχησε μέχρι ν αντιληφθεί πως ο άνθρωπος δεν είχε κουζίνα, γι’ αυτό οι τροφές που διάλεγε δεν χρειάζονταν μαγείρεμα. Κρουασάν, πατατάκια, κονσέρβες, φρούτα, λαχανικά... Σαστισμένη από μια πραγματικότητα με την οποία πρώτη φορά ερχόταν σ’ επαφή, αισθάνθηκε ντροπή για την αγνωμοσύνη της στη ζωή. Απασχολημένη με τον εαυτό της και τα συναισθήματά της, ουδέποτε είχε σταθεί να εκτιμήσει την αφθονία των αγαθών η οποία την περιέβαλλε.

Οι μάχες που είχε δώσει - ποιες μάχες δηλαδή, μικρές αψιμαχίες ήταν - αφορούσαν πάντα στο παραπάνω, ποτέ στο βασικό. Της ήταν αδιανόητο να μην έχει να φάει, να ντυθεί, να πλυθεί, να μείνει σ ένα καλόγουστο, ζεστό σπιτικό. Το ελάχιστο, από το δικό της αδιανόητο, ήταν το ζητούμενο του ξενιτεμένου φίλου της.

«Είμαι τόσο αδιάφορη ή τόσο εγωίστρια;» προβληματίστηκε, ταραγμένη από την αποκάλυψη μιας σκληρής πραγματικότητας η οποία ωστόσο βρισκόταν πάντα δίπλα της δεν παρουσιάστηκε ξαφνικά. Δεν θεωρούσε τον εαυτό της μήτε καλύτερο μήτε εξυπνότερο από τα εκατομμύρια των ανθρώπων που βρίσκονταν στην άλλη πλευρά, αυτή του Χάφεζ. Μόνο τυχερό τον λογάριαζε, ευεργετημένο από την τύχη, και θέλοντας ν ανταποδώσει για την εύνοια, αποφάσισε να μαγειρεύει για τον ταλαίπωρο ξένο που βρέθηκε στον δρόμο της. Έτσι μια φορά την εβδομάδα γέμιζε ένα μεγάλο τάπερ και του το πρόσφερε μ’ ευχαρίστηση την ημέρα που συναντιούνταν».

Είναι όλο το βιβλίο τόσο εκπληκτικό που θα ήθελα συνέχεια να παραθέτω αποσπάσματα, όμως σταματώ εδώ και αφήνω τους υπόλοιπους αναγνώστες να το διαβάσουν για να έχουν και αυτοί την ευκαιρία να το απολαύσουν.

Συγχαρητήρια στην συγγραφέα Νούλη Τσαγκαράκη γι’ αυτό το εξαιρετικό βιβλίο που έγραψε και περιμένω με αγωνία επόμενο, γιατί σίγουρα έχει να δώσει πολλά σε μας και στην λογοτεχνία.

Φυσικά και το συστήνω ανεπιφύλακτα να διαβαστεί απ’ όλους, γιατί μπορεί έτσι να γίνει ο καθένας μας πιο Ανθρώπινος.

Πάντα επιτυχίες!!!

ΦΛΩΡΑ ΜΑΤΕ
ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ-ΚΡΙΤΙΚΕΣ 




Η Νούλη Τσαγκαράκη γεννήθηκε στη Δράμα, μεγάλωσε στην Αττική, σπούδασε στην Αγγλία, έζησε στην Πάτρα και τελικά εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Λάτρης της ζωής και των ταξιδιών, των νέων επαφών κι εξερευνήσεων, έρχεται μ’ αυτή τη συλλογή διηγημάτων της να καταθέσει όσα αφουγκράστηκε από τη ζωή όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά την οικονομική κρίση, το μεταναστευτικό ρεύμα και την εξάπλωση της τρομοκρατίας.Η συλλογή διηγημάτων της με τίτλο «Ένας από μας» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πνοή.