ΒΙΒΛΙΟ - ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ - ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Φίλες, φίλοι,

Σας καλωσορίζουμε στο blog της ομάδας ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ-ΚΡΙΤΙΚΕΣ! Για πόσο μπορούμε να περιπλανηθούμε στον κόσμο του στοχασμού και της συνείδησης; Μέχρι πού αποδεχόμαστε το ελεύθερο πέταγμα της σκέψης; Κι όταν γυρίσουμε στο παρόν, στη λογική, στο «πρέπει», δεν θα πούμε ότι ήταν όνειρο, παράκρουση ή μέθη; Αυτό το ταξίδι της σκέψης στη μέθη και στο όνειρο ευελπιστεί να χαρίσει αυτή η ομάδα στον κάθε αναγνώστη. Να του δώσει φτερά για να ξεκινήσει το μαγικό σεργιάνι του σε έναν κόσμο απόλυτα αληθινό αλλά και τόσο ανεξερεύνητο, στον χώρο του βιβλίου που τόσο αγαπάμε. Και μαζί, να το στηρίξουμε με αγάπη, ήθος, ευγενικές προθέσεις, σκέψεις και πράξεις!

Γιούλη Τσακάλου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΕΝΑ ΧΟΥΣΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΕΝΑ ΧΟΥΣΝΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2022

ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ-ΚΡΙΤΙΚΕΣ η άποψη της Έλενας Χουσνή για το βιβλίο «Η στιγμή και το στίγμα», ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΝΕΤΑΣ, Εκδόσεις Κέδρος


Η στιγμή και το στίγμα, Γιάννης Μανέτας

Εκδόσεις Κέδρος, 2022, σελ. 242

Της Έλενας Χουσνή

«Η στιγμή και το στίγμα» είναι το δεύτερο campus novel μετά το εξαιρετικό "Τη νύχτα που αγκάλιασε το ginkgo biloba" (εκδόσεις Αιώρα) του Γιάννη Μανέτα. Πανεπιστημιακός καθηγητής ο ίδιος γνωρίζει πολύ καλά τον ακαδημαϊκό χώρο, τα «στίγματά» του και τις δύσκολες στιγμές που περνά και πλάθει στο βιβλίο του ένα δυσοίωνο μέλλον του οποίου, όμως, ο σπόρος φαίνεται πως είναι υπαρκτός, αν κανείς αφουγκραστεί τα όσα συμβαίνουν στην εγχώρια και παγκόσμια πανεπιστημιακή κοινότητα τα τελευταία χρόνια.

Ίσως το δυνατότερο σημείο του βιβλίου να είναι το δύσθυμο χιούμορ του το οποίο στιγμές – στιγμές είναι τόσο δυστοπικό που θα μπορούσε να καταλήξει γκροτέσκο. Αλλά όχι. Τίποτε δεν μετατρέπει το πικρό χαμόγελο του αναγνώστη σε καθησυχαστικό καθ`όλη την διάρκεια του βιβλίου εκτός από στιγμές και ίσως τελικά από την λύτρωση του τέλους. Η οποία όμως δεν είναι τελειωτική αλλά μάλλον μια μικρή ανάπαυλα σε έναν πόλεμο δύσκολο στον οποίο οι πολεμιστές έχουν γίνει απόκληροι της αστικής, κοινωνικής, πολιτικής και οικονομικής ζωής.

Η ιστορία του βιβλίου ξεκινά με μια δολοφονία στον χώρο του Πανεπιστημίου. Βασικός ύποπτος ο Αντώνης την ιστορία του οποίου και της οικογένειάς του παρακολουθούμε σε όλη την εξέλιξη της υπόθεσης. Οι γονείς, με υψηλές σπουδές, οικονομικά ο πατέρας, κοινωνιολογία η μητέρα, ασφυκτιούν ο ένας στον τραπεζικό κλάδο, η άλλη δουλεύοντας σε σούπερ μάρκετ μέχρι που μια σειρά συγκυριών τους οδηγούν στην «ηρωική» έξοδο στην ύπαιθρο όπου θα βρουν καταφύγιο από μια πραγματικότητα που τους απωθεί και τους «εξαφανίζει». Η οικογένεια θα έρθει αντιμέτωπη με τις δαγκάνες των εταιρειών και του αθέμιτου πλουτισμού που έχουν διεισδύσει σε κάθε τομέα της ανθρώπινης ζωής και πραγματικότητας.

Σε μια παράλληλη τροχιά παρακολουθούμε την προσπάθεια τριών φοιτητών να μελετήσουν τις ορμόνες της απάθειας και της επιθετικότητας των ανθρώπων του περιθωρίου σε μια κατάληψη. Στο κέντρο της πόλης όπου έχουν συγκεντρωθεί όλοι οι απόκληροι ως ο ένας πόλος ενώ ο άλλος είναι στα βόρεια προάστια όπου ο πλούτος και ο αθέμιτος πλουτισμός διαμένει και παραμένει περιχαρακωμένος από σπίτια – φρούρια.

Όμως και στον χώρο του Πανεπιστημίου η «είσοδος» των εταιρειών, η δημιουργία των «ιδανικών εργαζομένων» με τους όρους που αυτές θέτουν, η απογύμνωση του ακαδημαϊκού έργου από κάθε ηθικό έρεισμα και κάθε ελευθερία σκέψης  δίνουν την εντύπωση πως όλα είναι  χαμένα οριστικά. Η δολοφονία ενός στελέχους επιχείρησης θα πυροδοτήσει μια σειρά αντιδράσεων ενώ η αφήγηση για την πορεία ζωής του νεαρού Αντώνη και της οικογένειάς του θα μας μεταφέρει στο πλήρες ξεπούλημα των πολιτιστικών, οικονομικών, φυσικών και αγροτικών πόρων. Υπεραιωνόβιες ελιές ξεριζώνονται για να δώσουν τη θέση τους στο λάδι που φτιάχνεται από λάχανα, η Μακρόνησος μετατρέπεται σε Silicon Valley και οι νέοι «απόκληροι» αναζητούν γωνιές για να διαφυλάξουν το ελάχιστο της ανθρώπινης αξιοπρέπειας που δεν έχει ακόμη συνθλιβεί. Την μάχη θα κερδίσουν οι κατσαρίδες, ως προσωρινή ανάπαυλα σε έναν πόλεμο που έχει για τα καλά δρομολογηθεί και μοιάζει χαμένος. Εκτός αν..

Εκτός αν… οι απόκληροι, από κάποιο πρωτόγονο αίσθημα αυτοσυντήρησης βγουν στους δρόμους. Εκτός αν… κάποιοι καθηγητές στα υπόγεια των πανεπιστημιακών κτιρίων επιμένουν να αναθέτουν μελέτες που να εξηγούν την ανθρώπινη συμπεριφορά.

Εκτός αν.. κάποιοι φοιτητές αρνούνται να υπογράψουν συμβάσεις που τους μετατρέπουν σε μελλοντικά ανθρώπινα ρομπότ.

Εκτός αν… οι άνθρωποι αρνηθούν να ξεριζώσουν τις ελιές με αντάλλαγμα μια τηλεόραση υψηλής ευκρίνειας.

Αυτά τα «εκτός αν» και πολλά ακόμη είναι παρόντα σε όλη την διάρκεια ανάγνωσης του βιβλίου. Ενός βιβλίου οργουελικού σίγουρα που το ευφυές χιούμορ του βοηθά στην συναισθηματική εκτόνωση αλλά σίγουρα πυροδοτεί μυριάδες εγκεφαλικά κύτταρα να σκεφτούν για όλα αυτά.΄

Και όπως γράφεται στο οπισθόφυλλο του βιβλίου  πρόκειται για: «Μια ιστορία που αρχίζει το 2015 σε μια τράπεζα και τελειώνει το 2032, με τη φαιδρή εκκένωση του γκέτο των βορείων προαστίων της Αθήνας. Αλλά και μια ιστορία που θα μπορούσε να είχε αρχίσει και να τελειώσει αλλού, αλλιώς ή άλλοτε, μια ιστορία χωρίς αρχή και τέλος."

Ένα πολύ ενδιαφέρον αναγνωστικό ταξίδι που θα απολαύσετε με τρόπο μερικώς «οδυνηρό»

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα

Σπούδασε φυσιογνωσία και γεωγραφία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας και απέκτησε τον τίτλο του διδάκτορα Βιολογικών Επιστημών από το Πανεπιστήμιο της Πάτρας το 1976. Εργάστηκε στο ίδιο πανεπιστήμιο από το 1978.. Εξελέγη καθηγητής Φυσιολογίας Φυτών το 1993. Εκτός από το Πανεπιστήμιο Πατρών, εργάστηκε ερευνητικά στο Εθνικό Κέντρο Έρευνας Φυσικών Επιστημών "Δημόκριτος", στον Πειραματικό Σταθμό "Abisco" της Λαπωνίας και στα Πανεπιστήμια Stirling (Σκωτία), Goteborg (Σουηδία), Essen και Karlsruhe (Γερμανία). Θεωρεί ως σημαντικότερα επιτεύγματα της σταδιοδρομίας του τη συστηματική αποφυγή της πανεπιστημιακής γραφειοκρατίας, την άρνηση διεκδίκησης οποιαδήποτε διοικητικής θέσης και τη διατήρηση στενής φιλίας με πολλούς μαθητές του. Στη διαδρομή του άλλαξε αρκετά ερευνητικά αντικείμενα. Παρότι τα αγάπησε όλα με πάθος, δεν κατάφερε να μείνει πιστός σε κανένα για πάνω από μερικά χρόνια, επειδή αντελήφθη ότι του ταίριαζε περισσότερο μία ολιστική αντιμετώπιση των πραγμάτων παρά η υπερβολική εξειδίκευση.

ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ-ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Περισσότερα για το βιβλίο εδώ


 

 

Κυριακή 5 Δεκεμβρίου 2021

ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ-ΚΡΙΤΙΚΕΣ η άποψη της Έλενας Χουσνή για το βιβλίο «ΧΑΘΗΚΕ ΒΕΛΟΝΙ» – Χρήστος Αρμάντο Γκέζος – Εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ


Χάθηκε Βελόνι - Χρήστος Αρμάντο Γκέζος

Εκδόσεις Μεταίχμιο

Το βιβλίο του Χρήστου Αρμάντο Γκέζου είναι  – και αυτό γίνεται αντιληπτό με σαφήνεια από κάθε αναγνώστη- ένα πολυεπίπεδο μυθιστόρημα καθώς και ένας λογοτεχνικός τόπος όπου διαφορετικές αφηγηματικές τεχνικές και φωνές βρίσκουν εύρυθμη συγκατοίκηση στις σελίδες του. Αποτελείται από πέντε μέρη οποία δεν αλλάζει μόνο ο αφηγητής αλλά και η αφηγηματική δίοδος. Παρακολουθώντας την ιστορία τριών γενεών μιας οικογένειας από την Αλβανία, της οικογένειας Ζέφο, διατρέχουμε τον 20ό αιώνα τόσο στην Αλβανία όσο και στην Ελλάδα. Ιστορικές, πολιτικές, κοινωνικές αναφορές, λαογραφικά αποτυπώματα και βέβαια καθημερινές συνήθειες, κατά βάση γνώριμες, μας μεταφέρουν στα δικά μας παιδικά χρόνια ή σε αφηγήσεις που προκάναμε να ακούσουμε, κάποιοι τυχεροί από εμάς.

«Χάθηκε βελόνι» είναι ένας στίχος από νανούρισμα της Χιμάρας όπου γεννήθηκε ο συγγραφέας. Είναι άραγε η κατάφαση στο ότι πρόκειται για ένα εν πολλοίς αυτοβιογραφικό συγγραφικό πόνημα; Ίσως ναι, ίσως και όχι αλλά τελικά δεν έχει και τόση σημασία αφού το έργο κρίνεται πάντα ανεξάρτητα και πέρα από τις προθέσεις του γράφοντος. Αυτό που σκέφτεται κανείς, ωστόσο, είναι εάν ο τίτλος, ως στίχος νανουρίσματος, θέλει να μας ταξιδέψει εκεί στις πρώτες μνήμες, στην κατευναστική μητρική αγκαλιά, στην εξισωτική με κάθε τρόπο, σε κάθε χρόνο και τόπο θέρμη της αγάπης. Όταν το κοντέρ δεν έχει ακόμη αρχίσει να μετράει, ή αν μετρά, έχει μόνο θετικό πρόσημο. Αυτή η καθησυχαστική στιγμή – σκηνή του νανουρίσματος  μπορεί πάντα να υπερβαίνει τον κόσμο. Πάντα.

Το πρώτο μέρος είναι εισαγωγικό και κατά κάποιο τρόπο συνδετικό με το προηγούμενο μυθιστόρημα του συγγραφέα τη «Λάσπη» αφού ξαναβρίσκουμε τον πρωταγωνιστή του Σάντο/Αλέξανδρο. Ακολουθεί η περιγραφή ενός κακορίζικου άντρα όπου και πια ταξιδεύουμε στο Δρεπένι της Βορείου Ηπείρου, κοιτίδα της οικογένειας που θα παρακολουθήσουμε την ιστορία της σε όλο το βιβλίο ζώντας τις περιπλανήσεις- άλλοτε στον ίδιο τον τόπο τους και άλλοτε αλλού, της οικογένειας Ζέφο.

Συγκλονιστικό είναι το κεφάλαιο όπου η πρωτοπρόσωπη αφήγηση της μητέρας, της Τέτα, στο γλωσσικό ιδίωμα της Βορείου Ηπείρου, αποτελεί  μια μαεστρική συν-ύπαρξη της «μάνας κουράγιο» με την ατρόμητη γυναίκα που δεν αφήνεται έρμαιο της τύχης ή της μοίρας αλλά μοιάζει να αποδέχεται στωικά και με παράλληλη γενναιότητα, στροφές και ισιάδα, γυρίσματα και λακκούβες, χαρές και λύπες, κυρίως το τελευταίο. Αφήγηση μεστή, ειλικρινής, άμεση ενώ η προφορικότητα του λόγου σε τραβά σε καταφάσεις, σε αναμέτρηση με δικές σου στιγμές και εικόνες, αναμνήσεις και ενοχές για την δική σου και κάθε δική σου τέτοια μάνα, όσο κι αν οι αναλογίες μοιάζουν να διαφέρουν. Τελικά δεν διαφέρουν και τόσο.

Στο τρίτο μέρος του βιβλίου ο στην ουσία πρωταγωνιστής Αλέξανδρος-Σάντο θα επιχειρήσει μια ειρήνη με το παρελθόν ή ίσως μια αντρική συμφωνία με το μέλλον η οποία όμως ανατρέπεται από την ίδια της -την χωρίς θεμέλια- προ-οικονομία. Τίποτε δεν θα συμβεί όπως το έχει σχεδιάσει αλλά και τίποτε δεν φαίνεται να τελειώνει. Αντίθετα αφήνεται ανοιχτό το ενδεχόμενο μιας νέας αρχής που ίσως δημιουργεί και τις προϋποθέσεις για μια νέα συγγραφική περιπλάνηση του ήρωα μελλοντικά σε νέο έργο του Γκέζου.

Το τελευταίο μέρος, αποτελεί μια ποιητική αποτύπωση της ζωής του ήρωα, όπου η ικανότητα του συγγραφέα στο είδος έρχεται να υπενθυμίσει σε όσους τον παρακολουθούν συγγραφικά ότι το κατέχει και σε αυτό το μυθιστόρημα αποδεικνύει την ευκολία μετάβασης από το ένα αφηγηματικό ύφος στο άλλο, χωρίς ωστόσο να διαταράσσεται η εσωτερική συνοχή του έργου και πάντως αφήνοντας την αίσθηση μιας γερής αρματωσιάς του οικοδομήματος παρά τις αλλαγές σε ύφος από μέρος σε μέρος.

Το μυθιστόρημα χάθηκε βελόνι είναι η ιστορία μιας οικογένειας, είναι η ιστορία των Βαλκανίων, είναι η συμπυκνωμένη ιστορία του κόσμου τελικά. Είναι όμως, κατά την γνώμη μου και ένα ταξίδι που προχωρά πολύ πέρα από το προφανές. Από το προφανές της λαιμητόμου της  μετανάστευσης που άφησε ανθρώπους μετέωρους ανάμεσα σε χαμένες πατρίδες και χωρίς νέες, από το προφανές των δυσκολιών που η εγκατάσταση σε «απάτητα» εδάφη δημιουργεί, από την σημασία της οικογένειας σε αυτή την περιπέτεια. 

 


 

Είναι ένα εσωτερικό ταξίδι και για τις άλλες «πατρίδες». Αυτές τις μοναχικές του καθενός από εμάς που μπορεί να ξοδέψουμε μια ολόκληρη ζωή χωρίς ποτέ να τις βρούμε. Έχοντας εκβιαστεί να πάρουμε τις «βαλίτσες» της οικογενειακής κληρονομιάς στην οποία δεν πιστεύουμε, βγαίνουμε άοπλοι στον κόσμο μη έχοντας τίποτε. Ούτε αυτά που μας δώσανε , ούτε αυτά που θέλουμε. Κι εκεί ανάμεσα, μετεωριζόμαστε στο πουθενά, «χαλώντας» το στομάχι όπως και ο Αλέξανδρος –Σάντο. Σε αυτούς τους  μετεωρισμούς δεν έχεις σύμμαχο. Ούτε όσοι σου έδωσαν καταλαβαίνουν γιατί δεν παίρνεις, ούτε αυτοί που συναντάς όσο προσπαθείς να βρεις την περπατησιά σου καταλαβαίνουν γιατί δεν μπορείς να δώσεις. Ή γιατί δεν έχεις εσύ καταλάβει ακόμη τι μπορεί να έχεις που να αξίζει να δοθεί.

Ο Αλέξανδρος – Σάντο είναι στα δικά μου μάτια ένας πρόσφυγας οικειοθελής αφού σε καμιά πατρίδα δεν είναι έτοιμος να δοθεί απόλυτα. Ούτε στην κακοτράχαλη που άφησε, ούτε στην νέα γειτονιά του κόσμου, ενοποιημένου πια αλλά τόσο ίδιου, που βρήκε (;).

Και αυτό, στο δικό μου μυαλό, άφησε την όξινη γεύση της διαρκούς περιπλάνησης όποιου ή όσων άλλοτε από συγκυρία κα άλλοτε από πεποίθηση θέλουν να φτιάξουν την δική τους διαδρομή .Αυτοί θα διαπιστώσουν με πολύ οδυνηρό τρόπο ότι οι «βαλίτσες» της ιστορίας που γράφηκε πριν από σένα είναι βαριές, πολύ βαριές. Δεν σ` αφήνουν. Δεν θα σ` αφήνουν ποτέ. Το στοίχημα είναι να ξέρεις πότε να τις ανοίξεις και πότε να τις βάλεις στο πατάρι της ψυχής σου.

Ο Χρήστος Αρμάντο Γκέζος αποδεικνύει με αυτό του το μυθιστόρημα ότι κατέχει πολύ καλά την τέχνη της γραφής. Κυρίως όμως μας αφήνει με την βεβαιότητα ότι δεν αναπαύεται σε βεβαιότητες. Περιμένουμε με ενδιαφέρον το επόμενό του βήμα.

ΥΣ. Ξεκίνησα το βιβλίο θέλοντας να αποφύγω την μουντάδα της συνεχής βροχής στη Σάμο ένα απόγευμα .Το τελείωσα το ίδιο βράδυ.…

ΕΛΕΝΑ ΧΟΥΣΝΗ

ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ-ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Περισσότερα για το βιβλίο εδώ


 

 

Τρίτη 24 Αυγούστου 2021

ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ-ΚΡΙΤΙΚΕΣ η άποψη της Έλενας Χουσνή για το βιβλίο «Συνταγματάρχης Σαμπέρ» – Ονορέ ντε Μπαλζάκ – Εκδόσεις Εναστρον


Ονορέ ντε Μπαλζάκ

Συνταγματάρχης Σαμπέρ

Εκδόσεις Έναστρον, 2014

Μετάφραση: Δημήτρης Στεφανάκης

Στην «λογοτεχνική πολυκατοικία» των τελευταίων αιώνων είναι σίγουρα γραμμένο -στην στήλη των «δωρητών»- το όνομα του Ονορέ ντε Μπαλζάκ. Εκπρόσωπος του 19ου αιώνα, του χρυσού αιώνα του ευρωπαϊκού αλλά και γαλλικού μυθιστορήματος, ο Γάλλος μυθιστοριογράφος έβαλε πολλούς θεμέλιους λίθους. Και αν πρέπει να στηθεί ηρώο για όσους πήγαν την λογοτεχνία ένα βήμα πιο πέρα, θα φιγουράρει οπωσδήποτε και το δικό του όνομα. Μαέστρος στη μεγάλη αφήγηση, εμπνευστής της διττής ανθρώπινης υπόστασης, ο Μπαλζάκ έβαλε στα έργα του το καλό και το κακό να συγκατοικούν, απεκδυόμενος την συχνά μονοδιάστατη έως τότε, φύση των λογοτεχνικών ηρώων.

Ο Μπαλζάκ θα εντάξει το φιλοσοφικό στοχασμό στα δομικά στοιχεία του μυθιστορήματος και το ίδιο θα κάνει με την ιστορία, την τέχνη, την πολιτική και την επιστήμη, όπως σωστά επισημαίνει στην εισαγωγή της νουβέλας ο  Δημήτρης Στεφανάκης. Θα φτιάξει ιστορίες με ολοκληρωμένους χαρακτήρες, όπου οι ιδέες παίζουν κεντρικό ρόλο. Ένας φιλοσοφών στοχαστής, ένας σπουδαίος μυθιστοριογράφος, από εκείνους που παίρνουν την κοίτη της λογοτεχνίας και κάνουν εκτροπή στον ποταμό της, θα δείξει ήδη από αυτό το νεανικό του έργο, την στόφα του μεγάλου δημιουργού.

Στην νουβέλα του «Συνταγματάρχης Σαμπέρ» ο Μπαλζάκ θα βάλει το ερώτημα του ζωντανού – νεκρού. Πότε πεθαίνει ένας άνθρωπος; Όταν επέρχεται ο φυσικός του θάνατος ή όταν οι άνθρωποι τον ξεχνούν; Και επίσης: Έχουν δικαίωμα οι νεκροί να ξαναγυρνούν στον κόσμο των ζωντανών; Είναι αυτό μια ανατροπή χαράς ή μια βίαιη ανατροπή του εγκατεστημένου πένθους ακόμη και της λήθης;

 Ο Συνταγματάρχης Σαμπέρ, θεωρείται νεκρός μετά από μια μάχη στο ρωσικό μέτωπο όπου ο Ναπολέων θα ηττηθεί κατά κράτος. Σε μια κατακόμβη νεκρών, με το κομμένο χέρι ενός νεκρού, θα ανοίξει…. δρόμο ζωής ανάμεσα σε δεκάδες στρατιώτες και θα επιβιώσει, άγνωστος, άρρωστος και ξεχασμένος χάρη σε ανθρώπους που τον ευεργετούν.

Από την πολυτελή ζωή και την όμορφη σύζυγό του θα μεταφερθεί σε σανατόρια και νοσοκομεία, θα καταντήσει σκιά του εαυτού του και θα αποδυθεί σε μια ανελέητη μάχη να αποδείξει ότι ο νεκρός….είναι ζωντανός!

Τελευταίος σταθμός και ελπίδα του το δικηγορικό γραφείο του Ντερβίλ, ύστατη ελπίδα ότι εκεί θα μπορέσει να βάλει ένα τέλος στις ειρωνείες, τους χλευασμούς και την απάνθρωπη γελιοποίησή  του που ήδη κρατούν δέκα ολόκληρα χρόνια.

«… αν δεν υπήρχαν οι μεταπράτες με τα μαγαζιά τους να κολυμπούν στα κουρέλια για να μαραίνουν τις ψευδαισθήσεις της ζωής μας, δείχνοντας πού καταλήγουν οι γιορτές μας, αν δεν υπήρχαν ακόμα οι κοπρόλακοι της ποίησης, ένα δικηγορικό γραφείο θα ήταν σίγουρα ένα από τα πιο φρικτά σημεία κοινωνικής επαφής»

 


 

Ο Μπαλζάκ δεν αφήνει ευκαιρία χαμένη να παρεμβάλει - στο έργο του συνολικά και άρα και σε αυτή την νουβέλα - φιλοσοφικούς στοχασμούς και κοινωνικά σχόλια. Παρεκβάσεις που αποτελούν μοιραίο απότοκο αυτού που υπήρξε: ένας στοχαστής – λογοτέχνης, ένας σκεπτόμενος και φιλοσοφών μυθιστοριογράφος.

«Ίσως σε αυτούς τους χώρους, το δράμα, που εκτυλίσσεται στην ψυχή του ανθρώπου, του προσφέρει  τα άνευ σημασίας συμπαρομαρτούντα: κάτι που θα εξηγούσε εξίσου την απλότητα των μεγάλων στοχαστών αλλά και την αφέλεια όσων έχουν μεγάλη ιδέα για τον εαυτό τους» γράφει παρακάτω, περιγράφοντας το δράμα του κεντρικού του ήρωα.

Ο Συνταγματάρχης Σαμπέρ επιστρέφοντας στο Παρίσι, εκτός από… νεκρός ανακαλύπτει ότι είναι και εγκαταλειμμένος από την σύζυγό του που έχει ξαναπαντρευτεί έναν κόμη, έχει αποκτήσει μαζί του δύο παιδιά, και με πανουργία στήνει τον ιστό που θα την οδηγήσει – φιλοδοξεί- στην κοινωνική καταξίωση, στους αριστοκρατικούς κύκλους και παράλληλα θα συγκρατήσει τον φιλόδοξο νέο σύζυγό της που έχει αρχίσει να μετανιώνει για έναν γάμο που δεν του προσφέρει την επιθυμητή δυνατότητα κοινωνικής ανέλιξης και πολιτικής καριέρας.

«Η μοναδική δικαίωση για τη δυστυχία είναι να αναγκάσει Δικαιοσύνη και Φιλανθρωπία να της γυρίσουν την πλάτη. Όταν οι δύσμοιροι ξεσκεπάζουν την κοινωνκή υποκρισία, ρίχνονται με μεγαλύτερη ζέση στις αγκάλες του Θεού».

Αυτό όμως δεν θα συμβεί στον Συνταγματάρχη Σαντέρ. Θα βρει ένα θεόσταλτο σύμμαχο στο πρόσωπο του δικηγόρου που θα τον βοηθήσει να διεκδικήσει το δίκιο του, να ακυρώσει δηλαδή τον θάνατό του και να επανακτήσει την περιουσία που η γυναίκα του έχει εισπράξει ως χήρα του και έχει αυγατίσει με δόλιες μεθόδους.

«Μολονότι οι στιγμές εκείνες χάνονται στο έρεβος της μνήμης κι οι αναμνήσεις μου παραμένουν συγκεχυμένες μες στους αφόρητους πόνους που θάμπωσαν τις σκέψεις μου, έρχονται νύχτες που νομίζω πως ακούω ξανά τους πνιχτούς αναστεναγμούς. Υπήρχε όμως κάτι ακόμα πιο φρικτό, μια σιωπή που δεν ξανασυνάντησα σε άλλο μέρος, η πραγματική σιωπή του τάφου».

Οι αναμνήσεις θεριεύουν και σκοτώνουν την αντοχή του άλλοτε γενναίου πολεμιστή. Ενός άνδρα με ιδανικά που συνθλίβεται στην μικρότητα του κόσμου και στην δική του περιπέτεια χωρίς τέλος.

«Ήμουν θαμμένος κάτω από τους νεκρούς μα τώρα έχω θαφτεί κάτω από ζωντανούς, από πιστοποιητικά και δεδομένα, κάτω από μια κοινωνία που θέλει να με ξαναστείλει στο χώμα» λέει.

Αλλά μια είναι η κυρίαρχη κραυγή που τον στοιχειώνει: «Είμαι νεκρός ή ζωντανός;»

Και ένα το αγωνιώδες ερώτημά του: «Οι νεκροί δε δικαιούνται να επιστρέφουν;»

Η δυστυχία και η παραίτηση θα γλυκάνουν από την αναπάντεχη βοήθεια του δικηγόρου, η αίσθηση της αξιοπρέπειας θα επανέλθει, αποδυναμωμένη αλλά σθεναρή, και ο συνταγματάρχης θα διεκδικήσει με σθένος την περιουσία του και την ζωή του πίσω. Θα τα διεκδικήσει ζητώντας από την άλλοτε γυναίκα του, ένα μέρος της περιουσίας του και συναινώντας στο να μην εμφανιστεί ως «ζωντανός» και να την αφήσει αδιατάρακτα να συνεχίσει τη ζωή της χωρίς εκείνον.

«Η δυστυχία είναι κάτι σαν μαγικό φίλτρο που ενθαρρύνει την ουσία της ύπαρξής μας. Αυξάνει την καχυποψία και τη μοχθηρία μερικών ανθρώπων, όπως ακριβώς μεγεθύνει την καλοσύνη όσων διαθέτουν εξαίρετη ψυχή».

Αυτό συμβαίνει με την εξαίρετη ψυχή του Συνταγματάρχη που θα πέσει στα δίχτυα της παραπλάνησης και της μοχθηρίας της γυναίκας του. Θα τον μαγεύσει, θα τον παραπλανήσει, θα τον οδηγήσει όπου που εκείνη θέλει. Στην ανυπαρξία του! Στην παραδοχή πως δεν είναι ζωντανός. Κι εκείνος, ένα βήμα πριν την ολοκληρωτική παράδοσή του, συγκινημένος από το – όπως νομίζει – δράμα μιας ευαίσθητης γυναίκας είναι έτοιμος να δεχθεί κάθε όρο, ακόμη και αυτόν της εκούσιας εξαφάνισης του εαυτού του, με αντάλλαγμα λίγα ψίχουλα αξιοπρεπούς διαβίωσης.

«Δεν φαντάζεστε πόσο περιφρονώ την κοινωνική ζωή που αρέσει στους περισσότερους. Έχω καταληφθεί ξαφνικά από μια αρρώστια , την αποστροφή μου για την ανθρωπότητα».

Μα ένα βήμα πριν την «συμφωνία» η μοχθηρία της θα αποκαλυφθεί. Αυτό τον πόλεμο ο Συνταγματάρχης θα τον χάσει. Γιατί είναι πόλεμος με έναν κόσμο τον οποίο ο ίδιος δεν ξέρει και δεν μπορεί να δεχθεί. Έναν μισάνθρωπο κόσμο. Θα κάνει λοιπόν το μόνο που του απομένει. Θα φύγει, ζητώντας… τίποτε. Εξαφανίζοντας τον εαυτό του. Θα γίνει επαίτης, τρόφιμος σε ίδρυμα, σκιά του εαυτού του. Και τελικά θα γίνει τένας αριθμός. Κι όταν ο δικηγόρος θα τον ανακαλύψει και θα τον φωνάξει με το όνομά του, ο συνταγματάρχης θα του πει:

«Όχι Σαμπέρ, όχι Σαμπέρ! Υάκινθο με λένε, δεν είμαι άνθρωπος πια, είμαι ο αριθμός 164, έβδομος θάλαμος».

Κι έτσι θα επιλέξει να τελειώσει τη ζωή του. Ως νεκρός. Ως ζωντανός που του αρνήθηκαν την ζωή και τον έσπρωξαν σε ένα νέο θάνατο. Πιο σκληρό, γι αυτό και τελεσίδικο. Αυτόν τον θάνατο ο Συνταγματάρχης Σαμπέρ, αυτή η συγκλονιστική φιγούρα, θα τον επιλέξει συνειδητά. Θα προσχωρήσει στην ανυπαρξία μη αντέχοντας μια κοινωνία που καταπίνει ό,τι ο ίδιος πίστεψε.

Η αριστουργηματική αυτή νουβέλα του Μπαλζάκ καταλήγει ως εξής:

 «Τελικά, οι φρικαλεότητες που επινοεί η φαντασία των μυθιστοριογράφων ωχριούν μπροστά στην πραγματικότητα»

Ελενα Χουσνή

ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ-ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Περισσότερα για το βιβλίο εδώ