ΒΙΒΛΙΟ - ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ - ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Φίλες, φίλοι,

Σας καλωσορίζουμε στο blog της ομάδας ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ-ΚΡΙΤΙΚΕΣ! Για πόσο μπορούμε να περιπλανηθούμε στον κόσμο του στοχασμού και της συνείδησης; Μέχρι πού αποδεχόμαστε το ελεύθερο πέταγμα της σκέψης; Κι όταν γυρίσουμε στο παρόν, στη λογική, στο «πρέπει», δεν θα πούμε ότι ήταν όνειρο, παράκρουση ή μέθη; Αυτό το ταξίδι της σκέψης στη μέθη και στο όνειρο ευελπιστεί να χαρίσει αυτή η ομάδα στον κάθε αναγνώστη. Να του δώσει φτερά για να ξεκινήσει το μαγικό σεργιάνι του σε έναν κόσμο απόλυτα αληθινό αλλά και τόσο ανεξερεύνητο, στον χώρο του βιβλίου που τόσο αγαπάμε. Και μαζί, να το στηρίξουμε με αγάπη, ήθος, ευγενικές προθέσεις, σκέψεις και πράξεις!

Γιούλη Τσακάλου

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2016

Απόσπασμα απο το ακυκλοφόρητο πόνημα του συγγραφέα μας κ. Θοδωρή Παπαθεοδώρου, Εκδόσεις Ψυχογιός !!



 Ενα μικρό δείγμα απο το νέο ακυκλοφόρητο πόνημα του αγαπημένου μας συγγραφέα 
Θοδωρή Παπαθεοδώρου !!


Τον ευχαριστούμε θερμά για την τιμή και την αποκλειστικότητα της δημοσίευσης !! Το βιβλίο του θα κυκλοφορήσει πρώτα ο Θεός το 2017 απο τις Εκδόσεις Ψυχογιός !!



Απόσπασμα απο το βιβλίο !!

Από τις ρωγμές στους τοίχους κι από τη σανιδένια πόρτα, ρεύματα παγωμένου αέρα έμπαιναν ορμητικά και περόνιαζαν το κορμί της. Το λεπτό σάλι δεν κατάφερνε να κρατήσει μακριά της το κρύο, ο τραχύς χοντροϋφασμένος αμπάς που είχε τυλίξει γύρω από κοιλιά της είχε κοκαλώσει και τον ένιωθε πάνω της σαν δεύτερο, ξεραμένο πετσί, τα πόδια της κρυστάλλιασαν μέσα στα λεπτόσολα, φθαρμένα παπούτσια που είχε δέσει με χοντρό σπάγκο στο κάτω μέρος των αστραγάλων της. Παρά το αφόρητο ψύχος, λεπτά στεφάνια ιδρώτα τύλιγαν το μέτωπό της κι έπειτα κυλούσαν στο πλάι των φρυδιών της και πάχνιαζαν όλο της το πρόσωπο. Το στήθος της ανεβοκατέβαινε ασθματικά, ρίγη διαπερνούσαν τη ράχη και τη σπονδυλική της στήλη. Έτρεμε σύγκορμη, σαν νεογέννητο κουτάβι που δεν το προστατεύει καμιά γούνα, που δεν το θάλπει καμιά αγκαλιάΈκθετη, έρημη, απορριγμένη.    


Πήρε μια βαθιά ανάσα και σύρθηκε αργά στο παγωμένο χώμα. Λίγο πιο μέσα, σκέφτηκε, λίγο πιο μέσα θα είναι καλύτερα.

Προσπάθησε να σηκωθεί απ’ τη γωνιά της. Στάθηκε με κόπο όρθια και με μια ασυναίσθητη κίνηση, περισσότερο από συνήθεια παρά από σκοπιμότητα, τίναξε με το χέρι της τα σκόρπια άχυρα που κρέμονταν από το ασουλούπωτο σάλι της. Με κόπο μεγάλο κατάφερε να κάνει δυο τρία βήματα πριν τα γόνατά της λυθούν και την  προδώσουν. Γονατισμένη στάθηκε για λίγο νιώθοντας τις ριπές του κρύου αέρα στην καμπουριασμένη πλάτη της, κοιτώντας με τη λαχτάρα του στερημένου, τα ξαπλωμένα σώματα των ζωντανών που ξεχώριζαν σαν μικρές λοφοπλαγιές λίγο πιο μέσα. 


Ένα βήμα ακόμα. Δύο. Μια βαριά μυρωδιά από περιττώματα και καβαλίνες της μπούκωσε τα ρουθούνια, μα την καλοδέχτηκε, στο μυαλό της ήταν ταυτισμένη με τη ζέστη και το θάλπος, με την ίδια τη ζωή. Αργόσυρτες ανάσες και σύννεφα από χνότα. Ναι, η ζωή. Κοντά της. Λίγα μέτρα μόνο.


Η σκέψη της έδωσε δύναμη. Στήριξε το χέρι της στη βρομερή πατωσιά και σηκώθηκε πάλι. Αιωρήθηκε για μια στιγμή κι έπειτα άρχισε να βαδίζει αργά προς τα παχνιά, εκεί όπου τα ζώα ξαπόσταιναν μετά απ’ το ζέψιμο στο ζυγό και το ολοήμερο αγώι. Το χέρι της ανέβηκε μέχρι το πρόσωπό της, πάλεψε να το σκουπίσει από τον κρύο ιδρώτα, ύστερα παράτησε την προσπάθεια και το άφησε να πέσει αργά στο πλάι. Ασυναίσθητα, έσφιξε το μπράτσο της νιώθοντας στη μασχάλη το ξύλινο, πλατύ παγούρι που φύλαγε ώρες τώρα. Ύστερα, τα δάχτυλά της ψηλάφισαν τη τσέπη της αμπαδένιας ποδιάς της, να βεβαιωθεί πως ακόμα βρίσκονταν φυλαγμένα εκεί τα αντίδωρα που είχε καταφέρει να μαζέψει από το αρτοφόρι της Αγίας Ειρήνης μετά το σχόλασμα της πρωινής λειτουργίας. Ανακουφισμένη, τράβηξε το χέρι της απ’ το τραχύ ύφασμα και το έχωσε παραμέσα, ακουμπώντας κατάσαρκα την κοιλιά της. Δέρμα τσιτωμένο κι απαλό, χλιαρό απ’ την προσπάθεια του κορμιού της να αντισταθεί στο αφόρητο κρύοΈνα κύμα εγκαρδίωσης και αποφασιστικότητας την κατέκλυσε. Τα δάχτυλα του άλλου χεριού της έσφιξαν γερά τη λαβή του σκουριασμένου μαχαιριού που κρατούσε κι αυτό της έδωσε την ύστατη δύναμη να αποτολμήσει την προσπάθεια. 


Έπρεπε να τα καταφέρει.

Το ένιωθε.

Θα γινόταν απόψε.


Να ζήσει… Μόνο να ζήσει… σκέφτηκε καθώς σωριαζόταν κοντά στα ξαπλωμένα κορμιά των βοδιών, πάνω σε σωρούς άχυρα. 


Ήταν πιο ζεστά εδώ. Η δυσωδία αποπνικτική, αλλά ταυτόχρονα σωτήρια. Σαν αόρατος θόλος που σχηματίζει ένα προστατευτικό στρώμα, ο αέρας έμενε χλιαρός κι έτσι ένιωσε σιγά σιγά το στήθος της να χαλαρώνει, τη ράχη της να ξεσφίγγει και το σαγόνι της να ηρεμεί από το τρέμουλο. Ναι, ήταν πράγματι ζεστά, σχεδόν δεν μπορούσε να πιστέψει πόσο γλυκά ένιωθε. 


Από την αρχή, μέρες πριν, από τότε που γύρευε το καταφύγιό της για τούτη την ώρα, είχε σκεφτεί πως ο μεγάλος της εχθρός δε θα ήταν η πείνα που τη βασάνιζε από τότε που θυμόταν τον εαυτό της. Ούτε η δίψα που μπορούσε να ημερώσει στη μεγάλη βρύση του Τέτση. Ο μεγάλος της εχθρός θα ήταν το κρύο. Αυτό έπρεπε να πολεμήσει. Να το δαμάσει, να το κρατήσει μακριά. Τουλάχιστον τις πρώτες ώρες. Τις κρίσιμες πρώτες ώρες.


Το μεγάλο ρολόι της παλιάς αγοράς πάνω από το τζαμί του σιντριβανιού και τους παλιούς στρατώνες, χτύπησε μια δεκαριά φορές. Αναπήδησε απ’ την τρομάρα στην αρχή και χούφτιασε γερά το μαχαίρι, ύστερα κοίταξε με υπερένταση κατά τη μεριά της μισάνοιχτης πόρτας που κρατιόταν στη θέση της με σκόρπια κομμάτια χοντρής τριχιάς. Ένα χλεμπονιάρικο φως περνούσε σαν χοντροκομμένη φέτα από το άνοιγμα, αλλά καμιά σκιά δεν φάνηκε στη χαραμάδα. Κανένας άλλος ήχος δεν ακούστηκε μετά τους χτύπους του ρολογιού, ίδια απόκοσμη σιωπή έξω στο δρόμο και τα σοκάκια, σιωπή που την αφουγκράστηκε με ανακούφιση. 


Άφησε το μαχαίρι στο ξερό χώμα ανάμεσα στα άχυρα κι έπειτα τράβηξε από τη μασχάλη της το παγούρι, έβγαλε το στουπί που είχε για πώμα και το απόθεσε στα γόνατά της. Κατόπιν έχωσε το χέρι της στην εσοχή της ποδιάς της κι έβγαλε ένα αντίδωρο, ξερό, παγωμένο. Με τα δάχτυλά της μαλακωμένα από τον χλιαρό αέρα, έτριψε το αντίδωρο στη χούφτα της που την είχε κυρτώσει σαν μικροσκοπικό πινάκι, σαν λιλιπούτειο πιάτο για πουλιά. Πήρε με το άλλο χέρι το ξεκαπάκωτο παγούρι κι έσταξε πάνω στα τρίμματα λίγο από το κοκκινέλι που έσερνε μαζί της. Ύστερα, έγειρε μπροστά κι έγλειψε τον κοκκινωπό χυλό των ψίχουλων και του κρασιού  σαν πεινασμένο σκυλί. Ξανά και ξανά. Το γεύμα της. Το μοναδικό της μέρας. Σώμα και αίμα. Να ευλογηθεί με το δώρο της ζωής. Για να μπορέσει να φέρει στον κόσμο μια άλλη. 


Οι πόνοι την έπιασαν όταν οι χτύποι του ρολογιού λιγόστεψαν. Δύο η τρεις φορές; Αδύνατο να ακούσει καλά, να μετρήσει. Η σκέψη της, η καρδιά της, επικεντρωμένες στη φουσκωμένη κοιλιά της κάτω από το τραχύ σκέπασμα. Όλη της η θέληση στην κοιλιά της, στο υπογάστριό της που έκαιγε σαν πυροστιά, παρά το τσουχτερό κρύο. 

Τα πόδια της άχνιζαν, θερμασμένα από τα ζεστά υγρά που την είχαν πλημμυρίσει. Χώμα, άχυρα και νερά. Παγωνιά τριγύρω. Βρώμα και δυσωδία, αλλά και ανάσες, και ζωή. Αυτός ήταν ο κόσμος τηςΑυτός θα ήταν κι ο κόσμος του παιδιού της. 


Το ένιωσε να κατεβαίνει. Οι πόνοι δυνάμωσαν. Έπιασε το βρόμικο κουρέλι που είχε φυλαγμένο ανάμεσα στα πρησμένα, μουσκεμένα από τον ιδρώτα στήθια της, και το έχωσε ολόκληρο στο στόμα της. Το ήξερε, η γριά ζητιάνα της το είχε πει, πολλές γέννες στην καμπούρα της, καμιά ζωή στη ζωή της, μόνη στον κόσμο, η διφθερίτιδα της είχε πάρει δυο παιδιά, η μεγάλη επιδημία της χολέρας του 1865 της είχε πάρει άλλα τρία, το τελευταίο, μια κόρη που στήριζε πάνω της τις λιγοστές ελπίδες για τα γεράματά της, της την πήρε ένας κουτσαβάκης μπεκρούλιακας πίσω από την πλατεία των Ηρώων, την παραφύλαξε και την έσφαξε σαν τραγί μετά την άρνησή της να τον παντρευτεί. 


«Αφόρητα θα είναι» της είχε πει, «θα νιώθεις το σώμα σου να σκίζεται στα δύο, σαν να μπήγονται βουκέντρες στο κορμί σου, ο πόνος θα σε κατακλύσει ολόκληρη, θα γεμίσει το στήθος σου από δαύτον, θα φτάσει μέχρι ψηλά στην κορφή του κεφαλιού σου κι εσύ θα σπρώχνεις, μόνο ανάσες θα παίρνεις και θα σπρώχνεις ουρλιάζοντας σαν μανιασμένη, μέχρι να το νιώσεις να κυλάει, να φεύγει, να γλιστράει από μέσα σου». 


Έτσι δασκαλεμένη και προετοιμασμένη την είχε η γριά που ζητιάνευε στη Αιόλου, δίπλα από την Αγία Ειρήνη, η σακατεμένη γριά που της έδωσε προσοχή και κάποια από τα μεταλίκια που μάζευε κάθε μέρα από το έλεος των ξένων ανθρώπων, λίγο από το έλεος να δώσει κι αυτή σε έναν άλλο ξένο άνθρωπο, να καλοπιάσει τον Πλάστη που όριζε τον κόσμο, τους λίγους πλούσιους και τους αμέτρητους φτωχούς σ’ αυτή τη μικρή πόλη που ήταν γεμάτη από μαρμάρινα θαύματα και λασπωμένα στενά. 


Έσπρωξε τώρα όσο μπορούσε το κουρέλι μέσα στο στόμα της και το έσφιξε με τα δόντια της, σφραγίζοντας τα χείλια της. Δεν έπρεπε να την ακούσουν. Δε φοβόταν τους διαβάτες, η ώρα ήταν περασμένη και το κρύο άγριο από τ’ απόγεμα, το χιονόνερο έπεφτε από νωρίς κι όλοι είχαν κλειστεί στα σπίτια τους, όσοι είχαν τουλάχιστον σπίτια. Αλλά ο αμαξάς κι ο σταβλίτης κοιμούνταν σε ένα παράπηγμα πίσω από το αμαξοστάσιο, λίγα μέτρα μακρύτερα, και δεν έπρεπε να τους ξυπνήσει. Έπρεπε να τελειώσει ολομόναχη. 


Μια κοφτή μαχαιριά χαράκωσε το κορμί της, τρύπησε τα μηνίγγια της κι έφτασε μέχρι τα βάθη της ψυχής της. Ένιωσε τον ιδρώτα να βγαίνει απ’ όλους τους πόρους του εξαντλημένου κορμιού της, πήρε ανάσα από τη μύτη, έσφιξε τις γροθιές της κι έσπρωξε μουγκρίζοντας σαν πληγωμένο ζώο. Ξανά. Και ξανά. Παλεύοντας να θάψει μέσα της το θελκτικό αίσθημα της εγκατάλειψης και της παραίτησης που την κυρίευε κάθε φορά που ο αφόρητος πόνος χαράκωνε τα σωθικά της, σε κάθε νέο σπρώξιμο. Προσπαθώντας να αγνοήσει τις σειρήνες που υποσχόταν αυτοστιγμεί ανακουφιστική νάρκωση κι αιώνια γαλήνη αν έσερνε την τραχιά λάμα του σκουριασμένου μαχαιριού στις πεταμένες φλέβες του χεριού της.  


Μούσκεμα στον ιδρώτα ώρα μετά. Με τα μέλη της πιασμένα. Εξαντλημένη. Καταπονημένη. Κι αφόρητα ευτυχισμένη. Τα είχε καταφέρει. Με μια σπρωξιά κι ένα βόγκο, το ένιωσε να γλιστράει  από μέσα της αφού είχε διασχίσει ολόκληρο το κάτω μέρος του ισχνού κορμιού της. Απορούσε πως τα είχε καταφέρει. Όχι η ίδια. Το βρέφος. Απορούσε πως είχε μπορέσει να επιβιώσει τόσους μήνες μέσα σε ένα σώμα που καλά καλά δεν μπορούσε να τραφεί το ίδιο. Απόρησε ακόμη περισσότερο τώρα που με τρεμάμενα χέρια και ανυπόφορους πόνους, έσκυψε μπροστά, ανάμεσα στα πόδια της, εκεί που κείτονταν μια άμορφη μάζα από αίμα, βλέννες και τρυφερή σάρκα δεμένη ακόμη μαζί της με τη στριφτή λωρίδα που ξετυλιγόταν από μέσα της. 


Καρτερούσε κλάματα που όμως δεν ήρθαν. Το βρέφος δεν έκλαιγε. Μον’ έστεκε σιωπηλό. Τρόμαξε κι έσκυψε ακόμη περισσότερο. Σκούπισε το χέρι της στο βρώμικο σάλι της και το άγγιξε διστακτικά.


Τι είχε πει;

Τι της είχε πει η γριά ζητιάνα; 


Ενστικτωδώς, άφησε το μαχαίρι που έσφιγγε τόση ώρα με τη λαβή του ποτισμένη από τον ιδρώτα της, άπλωσε και τα δυο χέρια ταυτόχρονα, έπιασε με φόβο το μωρό της από την πλάτη και στηρίζοντας με τον πήχη της το μικροσκοπικό κεφάλι, το σήκωσε ψηλά. Ένιωσε τα πόδια και τα χέρια του να κινούνται, σαν να γύρευαν το χαμένο ζεστό κουκούλι που έχασε, σαν να πάλευαν να κολυμπήσουν σ’ αυτή την παγωμένη, αραιή θάλασσα που το είχαν ξεβράσει. 


Τα ωχρά χείλη της χαμογέλασαν τανύζοντας τα ξεγδάρματα που είχε χαράξει πάνω τους η παγωνιά. Δεν ένιωσε πόνο όμως. Χαρά κι ανακούφιση ένιωσε μονάχα. Τα είχε καταφέρει. Πείνα, εξάντληση, κρύο. Κάθε μέρα, πολλές μέρες τώρα. Κι ατελείωτες νύχτες. Κι όμως. Τα είχε καταφέρει. Μόνη. Ολομόναχη.  


Να ζήσει Θεέ μου… Μόνο να ζήσει…


Σαν θαύμα εξ ουρανού, σαν η προσευχή της να εισακούστηκε απ’ τον Δημιουργό, ακριβώς εκείνη τη στιγμή που οι χτύποι του ρολογιού της παλιάς αγοράς σήμαναν πέντε φορές, το πρώτο κλάμα ξεπήδησε απ’ το αδύναμο κορμάκι. Το κλάμα του μωρού της. Το πρώτο του κλάμα. Η ζωή που ξεπηδούσε ορμητικά από το μικροσκοπικό του σώμα. Ένα θαύμα μπρος στα κοκκινισμένα, στα πρησμένα μάτια της.

«Τζάμπα τον κόπο και τον πόνο σου αν θες τη γνώμη μου» της είχε πει από την αρχή η γριά ζητιάνα όταν κατάλαβε τη γκαστριά της. 

«Πέτα το από τώρα το μούλικο, θα γλιτώσεις, θα λυτρωθείς. Έτσι κι αλλιώς τα περισσότερα μπάσταρδα που γεννιούνται στις τρώγλες και στους δρόμους, πεθαίνουν πριν συμπληρώσουν μια μέρα από τη γέννα. Τα υπόλοιπα αργότερα…» 


Χούφτιασε γερά το σκουριασμένο μαχαίρι της καθώς η σκληρή, αποφατική φωνή της γριάς καμπάνισε στ’ αυτιά της σαν τα σήμαντρα της Μεγάλης Παρασκευής. Μάζεψε με φούρια λίγα άχυρα ανάμεσα στα πόδια της, άφησε το μωρό της μαλακά πάνω στο μικρό αχυρόστρωμα και έφερε το μαχαίρι κοντά. Έκανε χώρο μπροστά της μέχρι να φανεί το ξερό χώμα, τέντωσε το λώρο και με τη στομωμένη λεπίδα, βάλθηκε να τον κόψει στα γρήγορα.

Όταν ένιωσε τις ξεγδαρμένες άκρες να αποχωρίζονται, έπιασε εκείνη που οδηγούσε στο μωρό, την τράβηξε και την έδεσε κουτσά στραβά με τα αποκαμωμένα δάχτυλά της. Ύστερα έβγαλε το παγούρι, έριξε κρασί στις χούφτες της και το πασάλειψε όπως μπόρεσε, καθαρίζοντας από τα αίματα και τις βλέννες το στηθάκι και το πρόσωπάκι του. Έλυσε την αμπαδένια ποδιά, σήκωσε το σάλι και την τριμμένη φανέλα γυμνώνοντας το στέρνο της και το ακούμπησε πάνω στα υγραμένα στήθια της, νιώθοντας την αχνή ανάσα του να χαϊδεύει το δέρμα της και να ζεσταίνει την ψυχή της. 


Το ρολόι της πλατείας σήμανε έξι φορές. Σήκωσε το βλέμμα της και κοίταξε τη φέτα στη μισάνοιχτη πόρτα. Σύντομα θα έχανε την αχνάδα της και θα έπαιρνε ένα γκριζωπό χρώμα, σημάδι της χειμωνιάτικης αυγής. Ήταν ώρα να φύγει. Να προλάβει. Όσο ακόμα υπήρχε ανάσα στο μικροσκοπικό κορμάκι που φώλιαζε στο στήθος της.     


Απόθεσε το μωρό στο αχυρόστρωμα, σήκωσε το μποξά της, έβγαλε την τριμμένη φανέλα που φορούσε και το τύλιξε προσεκτικά με την φτωχική φασκιά. Έριξε κατάσαρκα πάνω της ξανά το αραιοπλεγμένο σάλι, έδεσε την ποδιά της ψηλότερα για να προστατεύει τα εκτεθειμένα μεριά της, πήρε το φανελένιο μπόγο στην αγκαλιά της και σηκώθηκε.


Τα πόδια της θαρρείς κι ήταν σπιρτόξυλα, το κορμί της το ένιωθε σαν να ζύγιζε εκατοντάδες οκάδες, σαν να ήταν φτιαγμένο από παλιό, σκουριασμένο, άκαμπτο σίδερο. Τρικλίζοντας και παραπατώντας, έφτασε στην σανιδένια εξώθυρα του στάβλου, την τράβηξε με το χέρι και βγήκε στο θεοσκότεινο δρόμο με τα αμαξοστάσια, τα σαγματοποιεία και τα σανοπωλεία, στο δρόμο κοντά στην πλατεία Ασωμάτων, κάτω από το σταθμό του τρένου που έφτανε από τον Πειραιά. 


Μα δεν ήταν ο Πειραιάς ο προορισμός της. Δόξα στον Πανάγαθο, δεν είχε παρά να περπατήσει με τα πόδια λίγες εκατοντάδες μέτρα μέχρι να φτάσει στην πλατεία Κουμουνδούρου, κι από κει πια, δυο βήματα όλο κι όλο, ως το κράσπεδο της οδού Πειραιώς. Εκεί που όλα θα τελείωναν. Εκεί που το μωρό της θα είχε πιθανότητες να επιβιώσει, διαψεύδοντας τα άσπλαχνα και δηκτικά λόγια της γριάς ζητιάνας. 

Περισσότερα για το συγγραφέα μας εδώ

Βιογραφικό :



Ο ΘΟΔΩΡΗΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ γεννήθηκε στα Δίκαια του Έβρου και κατοικεί στην Αθήνα. Έχει δημοσιεύσει δεκατέσσερα μυθιστορήματα ενηλίκων, ένα νεανικό μυθιστόρημα και δύο βιβλία για παιδιά πρώτης σχολικής ηλικίας, ενώ έχει συμμετάσχει σε τρεις συλλογές διηγημάτων. Ασχολείται επίσης με τη συγγραφή σεναρίων και θεατρικών έργων. Το μυθιστόρημά του ΟΙ ΕΦΤΑ ΟΥΡΑΝΟΙ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ τιμήθηκε με το Βραβείο Σύγχρονου Ελληνικού Μυθιστορήματος, ενώ ΤΟ ΑΣΤΡΟΛΟΥΛΟΥΔΟ ΤΟΥ ΒΟΣΠΟΡΟΥ με το Βραβείο Καλύτερου Έργου Μνήμης 2003-2004 στο πλαίσιο του 20ού Πανελλήνιου Συμποσίου Ποίησης και Πεζογραφίας. Επίσης, το μυθιστόρημα ΟΙ ΚΟΡΕΣ ΤΗΣ ΛΗΣΜΟΝΙΑΣ ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Αναγνωστών – ΕΚΕΒΙ 2010, ενώ το ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ υποψήφιο για το ίδιο βραβείο το 2012, όπου και κατέλαβε τη δεύτερη θέση στις ψήφους των αναγνωστών και των Λεσχών Ανάγνωσης. Ο ΘΟΔΩΡΗΣ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ έχει γράψει και τα πολιτικά θρίλερ SΦΑΓΕΙΟ SΑΛΟΝΙΚΗΣ και ΜΑΥΡΗ ΑΥΓΗ με το ψευδώνυμο ΘΑΝΟΣ ΔΡΑΓΟΥΜΗΣ. 


Γιούλη Τσακάλου
ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ-ΚΡΙΤΙΚΕΣ 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου