ΒΙΒΛΙΟ - ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ - ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Φίλες, φίλοι,

Σας καλωσορίζουμε στο blog της ομάδας ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ-ΚΡΙΤΙΚΕΣ! Για πόσο μπορούμε να περιπλανηθούμε στον κόσμο του στοχασμού και της συνείδησης; Μέχρι πού αποδεχόμαστε το ελεύθερο πέταγμα της σκέψης; Κι όταν γυρίσουμε στο παρόν, στη λογική, στο «πρέπει», δεν θα πούμε ότι ήταν όνειρο, παράκρουση ή μέθη; Αυτό το ταξίδι της σκέψης στη μέθη και στο όνειρο ευελπιστεί να χαρίσει αυτή η ομάδα στον κάθε αναγνώστη. Να του δώσει φτερά για να ξεκινήσει το μαγικό σεργιάνι του σε έναν κόσμο απόλυτα αληθινό αλλά και τόσο ανεξερεύνητο, στον χώρο του βιβλίου που τόσο αγαπάμε. Και μαζί, να το στηρίξουμε με αγάπη, ήθος, ευγενικές προθέσεις, σκέψεις και πράξεις!

Γιούλη Τσακάλου

Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2016

Αποκλειστικό !! Προδημοσίευση: Ελένη Γκίκα «Ιδεολογικά ύποπτη», εκδ. Καλέντης , ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ-ΚΡΙΤΙΚΕΣ!!











Οπισθόφυλλο:

«Μια Ρόζα που είναι κάκτος και ονειρεύεται ιβίσκους, νεραγκούλες και καμέλια ιαπωνική, αυτοκρατορική,
μια Ζέλντα που εξακολουθεί ν’ αγαπά ακόμα κι όταν ο εαυτός της χαθεί,
μια Λόλα, «έξω ψυγείο, μάρμαρο, πάγος» και μέσα «σκαντζόχοιρος που αιμορραγεί»,
μια γυναίκα που έγινε αυτί,
μια Μύρνα που αδίκως την ψάχνουν,
μια Χανελόρε που γίνεται άλλη, αναλόγως του πώς την βλέπει κανείς,
η νεραϊδούλα των flower fairies η αυτοκαταστροφική,
μια εργασιομανής και μια εμμονική,
μια σύζυγος- Πηνελόπη πιστή,
μια έγκλειστη ευτυχής, μια άλλη που επιστρέφει,
μια που φοβάται και μια που τραυλίζει και μένει εκεί,
Ο έρωτας και ο θάνατος,
ο χρόνος ίσως,
αλλά οπωσδήποτε η ζωή,
η καθημερινότητα σαν θαύμα, θητεία και σαν ποινή,
Μέσα από παράλληλους μονολόγους και υστερόγραφα, ιστορίες άλλοτε θρίλερ και άλλοτε κομεντί, στο σύνολό τους ένας κύκλος με αμφισβητούμενο τέλος κι αρχή.
23 ιστορίες για τη γέννηση, την μοναξιά, τον έρωτα και τον θάνατο, για το πρόσωπο και το προσωπείο, με όλους τους αφηγηματικούς τρόπους, σαν παραμύθι, θεατρικός μονόλογος, εγκιβωτισμένη ιστορία, κινηματογραφική σκηνή,
Το κατακερματισμένο μυθιστόρημα μιας ιδεολογικά ύποπτης ζωής,
Επειδή το αίνιγμα του άλλου σχεδόν πάντοτε είμαστε εμείς».




[απόσπασμα από το πρώτο διήγημα της συλλογής]


Κάκτος σε σχήμα καμέλιας

Α΄ ΜΕΡΟΣ
Τα ρόδα της Ρόζας

Μες στα λουλούδια μεγάλωσε.

Το πρώτο που θυμάται είναι ο μικροσκοπικός εαυτός της, με ένα μεγάλο απλωτό σαν ομπρέλα ροζ φουρό να παίζει πατώ κάτω από την ανθισμένη πικροδάφνη. Το σπίτι ήταν σχεδόν κυκλωμένο από τις πικροδάφνες. Κόκκινες, άσπρες, ροζ. Ήταν και ανθεκτικές, ισχυριζόταν η μαμά της. Εκείνη λάτρευε όμως το ροζ δέντρο του καλοκαιριού. Tamarix, το έμαθε. Η γιαγιά το ’λεγε αλμυρίκι.

Εξάλλου, Ρόζα την έλεγαν κι αυτή.

Η Ρόζα που αγαπούσε τα λουλούδια.

Στον πίσω κήπο, έβενοι και καστανιές, μια τεράστια σειρά από πανύψηλα κυπαρίσσια. Του πάππου της Σπυρίδωνος. Εσπεριδοειδή — μοσχοβολούσε λεμονιές και νεραντζιές. Εκεί την έβγαζε μια ζωή, σκαρφαλωμένη στη διχάλα. Μηλιές, κερασιές, αχλαδιές, μπουμπούκιαζαν ροζ-άσπρα σεντόνια.

Στη δυτική πλευρά, πυκνά μπουκέτα από τριαντάφυλλα Miniature Roses, με μακρά περίοδο ανθοφορίας. Τα φύτεψε ο μπαμπάς της, δηλαδή ο κηπουρός Γεράσιμος, τον μήνα που γεννήθηκε κι αποφάσισαν να τη φωνάζουν Ρόζα. Ρόζα από τα άνθη, κι όχι από την Επανάσταση και τον πόλεμο. Στην εφηβεία της, βέβαια, και λόγω φρονημάτων, της κόλλησαν και επώνυμο: Λούξεμπουργκ.

Αλλά μαραίνονται αυτά με τα χρόνια.





Τα λουλούδια στον κήπο τους, όμως, δεν μαραίνονταν ποτέ. Τότε έτσι πίστευε. Τα ’χουν αυτά τα «πάντα» και τα «ποτέ» τα παιδιά. Έξαλλου, σ’ αυτό συνηγορούσαν όλα: Αναρριχώμενη Wisteria με τεράστια μοβ τσαμπιά στα μπροστινά κάγκελα όλο τον χρόνο. Χρυσοκίτρινα Golden Bell Forsythia ανατολικά, ολόκληρος φράκτης. Στο πλαϊνό πορτάκι, τρεις πολύχρωμες αναρριχώμενες αγριοτριανταφυλλιές που μύριζαν σαν καταρράχτης. Και στο περίπτερο του κήπου ένα χαλί σε όλα τα χρώματα, τριαντάφυλλα για όλο τον χρόνο.

Η κούνια της ήταν στερεωμένη σε έναν παμπάλαιο πεύκο. Διχαλωτό σαν αγκαλιά, με ρίζες που υπήρχαν ήδη όταν το σπίτι της Κηφισιάς ήταν χωράφι. Στα μπροστινά κάγκελα, λιβούρνο, αγγελικές, Aucuba και Artisia Grenata. Και, μόλις έμπαινες, τεράστιες πρασιές με ντάλιες μονές και διπλές, πολύχρωμες παιώνιες, δικέντρες, ανθούρια, πανσέδες, μενεξέδες, νεραγκούλες, φρέζες, καλλιστήμονες και τρίχρωμες καμπανούλες.

Εκείνη όμως αγαπούσε τους κόκκινους ιβίσκους, χωνόταν και χανόταν μες στις αγριοπασχαλιές, κι όταν ανθίζαν τα ζουμπούλια, τρελαινόταν!





Φοιτήτρια στη Γεωπονική (ε, ναι, τι άλλο θα μπορούσε να είχε κάνει η Ρόζα;), έφτιαξε ένα μπαλκόνι σαν κήπο κρεμαστό. Κληματίδες και βουκαμβίλιες μοβ, κόκκινες και λευκές, γλυτσίνες, ρυγχόσπερμο, γιασεμιά και κλήμα. Μπιγκόνιες, αναρριχώμενα χωνάκια κι ένας τεράστιος κισσός από κάγκελο σε κάγκελο. Αγιόκλημα, αμπέλωψις, πασιφλόρα, ρολογιές και δυο τεράστιες γαρδένιες δώρο της μαμάς της. Καμέλιες κατακόκκινες.

«Αχ, Μαργαρίτα Γκοτιέ μου εσύ», την πείραζε ο Πέτρος. Ο Πέτρος, που την αγαπούσε, δεν αγαπούσε τα λουλούδια της. «Κι όλην αυτή την υστερία», έτσι έλεγε, «δεν θα την καταλάβαινε ποτέ».





Στη Σχολή, εκείνο που την ενθουσίαζε ήταν το πρακτικό μέρος — βαριόταν να διαβάσει. Αλλά δεν άφηνε κήπους, αγρούς, ελαιώνες και αμπελώνες. Ανθοκήπια ονειρευότανε και εξαιρετικές, σπάνιες καλλιέργειες.

«Σιγά μη γίνεις και η καλή λουλουδού», αγρίευε η μαμά της Ρόζας.

Στο Υπουργείο Γεωργίας —την χρονιά που αποφοίτησε— υφυπουργός ήταν ο θείος Αλκιβιάδης. Το απεχθανόταν το Δημόσιο και τις σιγουριές που συνεπαγόταν. «Θέλω να έχω έναν δικό μου άνθρωπο, έλα για λίγο καιρό», της είπε εκείνος. Και ουδέν μονιμότερο του προσωρινού.

Έχουν ήδη περάσει είκοσι χρόνια. Είκοσι χρόνια με οκτάωρα δουλειάς, μέσα σε ένα γραφείο, πολεμώντας με τον δάκο. Επί τη διασώσει του ελαιώνα του Λεκανοπεδίου. Εννιά με τέσσερις, καθημερινά, μέσα σε τέσσερις τοίχους.

Στο μεταξύ, πουλήθηκε και το σπίτι της Κηφισιάς, δεν καλοήξερε αν ήταν πια όνειρο ή ανάμνηση.

Στο Κέντρο έμενε, Ασκληπιού, πάλι καλά. Και το μπαλκόνι είχε μονάχα πια κισσούς και βουκαμβίλια. Μοβ, την κόκκινη την ξέραινε ο βοριάς.

Αλλά η ίδια εξακολουθούσε να ζει και να αναπνέει με λουλούδια.

Τα βάζα της δεν άδειασαν ποτέ: τουλίπες σ’ όλα τα χρώματα, γαρίφαλα κι αγριολούλουδα. Όταν ανθίζανε τα κρινάκια, τρελαινόταν! Γέμιζε γλάστρες-γλαστράκια τα πρεβάζια: ροζ και κίτρινα, άσπρα και μοβ.

Ακόμα και τα κοσμήματα, όλα ήταν κάποιο ρόδο: βραχιόλι, δαχτυλίδι, σκουλαρίκια — και τ’ άρωμά της, τριαντάφυλλο κι αυτό. Το δώρο αρραβώνων τους σε κείνον μικρά μανικετόκουμπα με εγχάρακτα μαύρα τριαντάφυλλα επάνω σε πλατίνα.

Όταν χωρίσανε, της τα γύρισε. Εκείνα τα μανικετόκουμπα πια αυτή τα έχει. Στο κάτω το συρτάρι του κομοδίνου της, στο βάθος. Μαζί με δυο ξερά τριαντάφυλλα ολοκόκκινα που της είχε πρωτοδώσει.





Προϊσταμένη τμήματος ανέλαβε ακριβώς πριν από δώδεκα χρόνια. Απρίλης ήταν, όταν ανθίζαν πασχαλιές. Τρελαινότανε για τις πασχαλιές, αλλά πού να της κάνουν προκοπή τώρα στο μπαλκόνι. Φύτευε κάθε χρονιά και μοβ και άσπρες, τίποτα. Χιλιόμετρα έκανε για να της χαρεί, έφτανε κάθε χρόνο στα Μεσόγεια, στον εσωτερικό δρόμο Παιανίας-Κορωπίου, περνώντας μέσα από τον Καρελά. Ήταν ο δρόμος της Εδέμ την άνοιξη: οι ανθισμένες μυγδαλιές σού έκοβαν την ανάσα και τον δρόμο. Οι κήποι κατάσπαρτοι κόκκινες ανεμώνες. Το καλοκαίρι ο δυόσμος κι ο βασιλικός έδιναν κι έπαιρναν.





Κάθε περιοχή με τα λουλούδια της της ερχότανε συνειρμικά. Ακόμα και τα μεταπτυχιακά της στο Παρίσι.

Νεκροταφείο Pere Lachaise, κι όχι για τα μνημεία του. Για τ’ άνθη του, μονάχα. Για εκείνη την τεράστια μανόλια στον τάφο της Κολέτ. Όσκαρ Ουάιλντ γι’ αυτήν σήμαινε Ciant Ornithogalum λευκό, και γράμματα στη Σφίγγα. Ο Μπαλζάκ ήταν συνυφασμένος με πολυάνθη και λαντάνα. Σοπέν και Μολιέρος με χλωροφύλλη. Ο Μόρισον με λουλουδάκια ταπεινά· κατέφθαναν τόσα νέα παιδιά στον τάφο. Άλλος κρατούσε δυο στίχους, ένα γαρίφαλο, μια κονκάρδα ή το εισιτήριο του μετρό, ένα γράμμα. Υπήρχαν και τάφοι πεντάρφανοι από λουλούδια που όσο ήτανε φοιτήτρια τους φρόντιζε, άφηνε έστω δυο μαργαρίτες, μια ανεμώνη.

Σαν πάρκο ήταν το κοιμητήριο του Pere Lachaise, γι’ αυτό και πόνεσε τόσο πολύ όταν ολότελα μυστηριωδώς μιαν άνοιξη ξεράθηκαν όλα του τα λουλούδια. Δεν έμεινε ούτε μολόχα ταπεινή, μαράθηκε ως κι η χλωροφύλλη.

Πήγε δυο-τρεις φορές στο Monte Parnas, αλλά το μόνο που συνάντησε ήταν κάποιοι ταπεινοί πανσέδες. Στον τάφο της Μαργκερίτ Ντιράς μια γλάστρα με κάτι πράσινο ακαθόριστο. Στους Μποβουάρ και Σαρτρ κάτι κάστορες-παιχνιδάκια. Στην Εντίθ Πιάφ ως και λουλούδι πλαστικό, πώς το ’καναν! Στον Μποντλέρ, τίποτα, ένα κόκκινο τριανταφυλλάκι. Σάμουελ Μπέκετ και Ιονέσκο, ολόξεροι κι αστραφτεροί, δεν της άρεσαν.

Είχε περάσει περίπου ένα εξάμηνο όταν από τα ψιλά της εφημερίδας έμαθε την αιτία:

«Αφού δεν σ’ έχω εγώ, καμιά δεν θα σ’ έχει!»

Μια απατημένη Μπερναντέτ βρήκε δικό της τρόπο να θρηνήσει. Εκείνος πέθανε, κι αυτή δεν είχε ούτε στην τελευταία του κατοικία «καμία θέση».

«Εγώ είμαι η κυρία του σπιτιού!» ούρλιαζε η σύζυγος, δίχως καθόλου να κρατάει προσχήματα, την ημέρα της κηδείας.

Μεγάλη Παρασκευή, κι όλοι τη γιόρταζαν κατανυκτικά στα παρεκκλήσια. Πήγε κι αυτή, στον Άγιο Ιουλιανό τον Φτωχό, κι άναψε το ρεσό της. Ύστερα βγήκε, κουκουλώθηκε στο γκρι αρζάν παλτό και τράβηξε γραμμή για το νεκροταφείο. Σαν τσάντα ήταν το ψεκαστικό, σε χρώμα μπλε που θύμιζε τα μάτια του. Κεσαμπρίμ, το είχε ακούσει απ’ τον πατέρα της στο χωριό· ξέραινε τα χορτάρια. Επτάωρο συμπλήρωσε. Πήγαινε τάφο-τάφο. Δέντρο-δέντρο, δεν άφησε θαμνάκι. Κι ούτε ξαναπάτησε.

Πώς τη βρήκανε; Βρήκε, λέει, κάτι παλιά γράμματα η σύζυγος, κι ήταν ήδη σαν να το ξέρει. Αμέσως έσπασε στην ανάκριση, γιατί να το ’κρυβε; Αφού γι’ αυτό το ’κανε, για να υπάρξει, επιτέλους να τη δούνε!

Ποτέ δεν ξέχασε η Ρόζα αυτό το «κεσαμπρίμ», εκείνοι δεν είχαν ποτέ τους πρόβλημα για το πώς να ξεράνουν τα χορτάρια. Το πώς τα εξολόθρευε ο Γεράσιμος στον κήπο τους, δεν το ’μαθε ποτέ της.





Άνοιξη ήταν όταν την βρήκε το κακό και είχε πάει για Πάσχα στα Άνω Λεχώνια. Παντού τριγύρω ανθισμένες κερασιές, τρελάθηκε από την ομορφιά, ναι, αφού το ξέρετε πως η Μεγάλη Ομορφιά δεν αντέχεται, τρελαίνει! Περπατούσε κάτω από τα ολάνθιστα δέντρα και σκεφτότανε τον Κουροσάβα. Τον χορό των νεκρών δέντρων, εκείνο τον τελετουργικό χορό που απαιτούσε τις συγκεκριμένες, συντονισμένες, μετρημένες κινήσεις. Μια παραπάνω ή μια λιγότερη, νεκρές θα παραμένανε οι ψυχές των δέντρων! Όμως στα «Όνειρα» τα νεκρά δέντρα ζωντάνεψαν όπως ζωντάνεψε αυτή την άνοιξη και το χλωμό της δέρμα. Με κόκκινα μπουμπούκια γέμισε, σαν αγριοτριαντάφυλλα ολοστρόγγυλα.

Πρώτα την έτσουξε λίγο το μπράτσο. Θυμήθηκε τη μολόχα που έβαζε παιδί, όταν την πείραζε τσουκνίδα. Με τη μολόχα, χειροτέρεψε! Γέμισε όλη! Στήθος, κοιλιά, πόδια, τα χέρια της ως τα ακροδάχτυλα, λες και την είχαν όλη σπείρει παπαρούνες.

«Κάτι θα έφαγες», τότε ήταν ακόμα με τον Πέτρο.

«Μπα, τίποτα, νηστίσιμα».

«Είναι βαριά τα νηστίσιμα. Τα μύδια, και όλα τα θαλασσινά, σκαρώνουν τέτοιες ιστορίες».

Όσο περνούσε η ώρα γινότανε σαν τη λεπρή, γέμισε πια κόκκινα σκληρά λέπια. Ο ύπνος της ήταν μαρτυρικός, καλά-καλά δεν ακουμπούσε στο σεντόνι. Ήθελε να τα ξεσκίσει με τα χέρια της, φρικτή φαγούρα.

«Σαν ανθισμένη μανόλια». Προσπάθησε να είναι μαζί της τρυφερός, όμως ακόμα κι αυτή η ίδια, έτσι όπως ήταν, σιχαινόταν τον εαυτό της.



Ξύπνησε αχάραγα πιο πολύ από την ακαμψία. Κάνει ν’ απλώσει τα ακροδάχτυλα, τίποτα, ούτε φάλαγγα! Είχε γίνει όλο το δάκτυλο ένα! Τα βλέφαρα κλειστά λες και τα κάρφωσαν, κι ούτε φωνή τής έβγαινε σαν να ’κλεισε μια για πάντα το λαρύγγι της.

Από τα βογκητά, ξύπνησε εκείνος δίπλα της. Τον άκουσε που φώναξε, «Χριστέ μου»!





«Αλλεργικό σοκ», απεφάνθη ο φαρμακοποιός, διπλή κορτιζόνη τής έκανε. «Στο παρά τρία γλίτωσε», έτσι της είπε.

Αλλ’ όμως δεν μπορούσε να της πει κανείς και γιατί το ’παθε. Καλού-κακού, μετά απ’ αυτό, έκοψε τα θαλασσινά μαχαίρι.

Μα δεν είχαν περάσει δυο βδομάδες όταν το ξανάπαθε. Όμοια στην αρχή, τρυφερά, βασανιστικά, ολοπόρφυρα λουλούδια. Ίδια διαδικασία: κορτιζόνη, κόβω αλάτι, αλοιφές, πόνος όταν σ’ αγγίζει εκείνος ή σεντόνι.

Πέρασε μια χρονιά μαρτυρική, συνεχίστηκε το κακό κι όλο το καλοκαίρι. Δεν έμεινε αλλεργικό τεστ που να μην το ’κανε! Όλα τα δοκίμασε, αίμα, αγωγή, αδρεναλίνη ενέσιμη στην τσάντα.

Υπήρξε κι εποχή που τρόμαξε για τίποτε σοβαρότερο, όταν άκουσε με τρόμο τον γιατρό της να παραγγέλνει στη δερματολόγο βιοψία.

Η βιοψία, ευτυχώς, ήταν αρνητική. Αλλ’ όσο κι αν περιόρισε το φαγητό της στο ελάχιστο και υγιεινότερο, δεν φαίνεται πια να γλιτώνει και τα όλο και πιο συχνά φαινόμενα.





Το πρώτο θύμα της κατάστασης ήταν ο έρωτάς της με τον Πέτρο. Ούτε να την αγγίξει, λες κι ήταν εκείνος ο υπαίτιος. Ποιος έφυγε πρώτος απ’ τη σχέση δεν το καλοκατάλαβε. Σαν έτοιμοι από καιρό, τράβηξε ο ένας απ’ εδώ, και απ’ εκεί ο άλλος. Μόνη με τ’ ανθισμένο σώμα να πονά, δεν ήθελε μάρτυρες εκείνης της «κατάρας». «Η Ρόζα που άνθισε», σκεφτόταν κάποια βράδια και γελούσε μόνη της με μαύρο γέλιο.

Όταν έφτασε επιτέλους η γνωμάτευση, ξεράθηκε. Την πείραζαν λέει, εντέλει, τα λουλούδια! Ανθοφορία, τέλος! Μια για πάντα! Μολύνθηκε το αίμα της από τη χλωροφύλλη. Ούτε από δίπλα να περνά.

Δεκαεφτά νύχτες έκανε να κλείσει μάτι. Γύριζε μες το σπίτι σαν τον κατάδικος. Της απαγόρεψαν να βγαίνει στο μπαλκόνι. Ήρθε η Ντόμπη και τα μάζεψε, ένα πρωί που έλειπε για δουλειά στο Υπουργείο: «Να μη σε βλέπω να τα ξεριζώνεις, ό,τι μπορείς πάρ’ το σπίτι σου!» Αλλά, και πάλι, τα αναρριχώμενα ήθελαν μαχαίρι.

Ήρθε και βρήκε τον μικρό κήπο της, σαν την καρδιά της, κατάξερο!

Πήρε μια άδεια άνευ αποδοχών για ένα εξάμηνο και έγινε για ολόκληρα μερόνυχτα ένα με το κρεβάτι. Άκουγε θόρυβο στο ασανσέρ και κρυβότανε, έτρεμε σαν το φύλλο όταν αντίκριζε κόσμο. Τοίχο-τοίχο βάδιζε τον πρώτο καιρό, την ενοχλούσαν οι πάντες.

Στο Υπουργείο δεν είπε τίποτε, βοηθούντος και του ιατρικού απορρήτου, και κανείς δεν έμαθε «για τα νέα δεδομένα». Η θέση της, εξάλλου, το επέτρεπε κι αυτό: μπορούσε να βιδωθεί πια στο γραφείο. Εντολές μια χαρά θα έδινε κι απ’ αυτό.

Τότε ήταν που παρατήρησε σ’ αυτό το περιοδικό «ανθοδετικής-ανθοκομίας» την αγγελία: «Ζητούνται συνεργασίες. Βασική προϋπόθεση τα κείμενα να αφορούν τα άνθη και τα φυτά».

Το βρήκε πια σαν τη μοναδική της ευκαιρία. Τηλεφώνησε αυθημερόν.

Θα κρατούσε —της είπαν— μια σταθερή στήλη. Για όσα βιβλία είχαν να κάνουν με κήπους, με λουλούδια, τέλος πάντων με όλα τα σχετικά. Θα μπορούσε να δίνει και δικά της κείμενα, αν αφορούσαν επίσης το αντικείμενο.

Στη ξηρασία της βρήκε επιτέλους κάτι για να πιαστεί. Πήρε laptop καινούργιο, λάμπα σε σχήμα κρίνου και αποφάσισε να διεκδικήσει μια δεύτερη, ολόδική της, μυστική ζωή.

Σαν «Μαύρο Ρόδο» έστειλε την πρώτη συνεργασία.

Για ένα βιβλίο. Ο ήρωάς του ήταν ένας που έφτιαχνε κήπους και αφουγκραζόταν το χώμα. Η συγγραφέας του, κάποια που αποδεδειγμένα αγαπούσε με τρόπο… εκρηκτικό τα λουλούδια! Όσα χρόνια και να περνούσαν, δεν θα ξεχνούσε ποτέ την καλή τρομοκράτισσα λουλουδού, κι αυτό το παράδοξο, απερίγραπτο ανθοπωλείο.

Χαμογελώντας, πάτησε sent.

Το είχε βάλει σαν όρο: τα κείμενα θα τα έστελνε απ’ το γραφείο. Μόνον ο εκδότης θα γνώριζε το αληθινό της όνομα, για λόγους —όπως της είπε— «αρχής και τακτικής». Για όλους τους άλλους, θα υπέγραφε σαν «Μαύρο Ρόδο».






Το πρώτο της κείμενο μπήκε την πρώτη Κυριακή του Απριλίου:



Αλλά ο Θεός, ή η Ζωή, είναι μεγάλος φαρσέρ

Γράφει το Μαύρο Ρόδο



Εάν απουσίαζε το ελληνικότατο ονοματεπώνυμο, θα έπαιρνες όρκο πως πρόκειται για ξένη πεζογραφία. Ακόμα κι όταν αναφέρεται στην ελληνική πραγματικότητα. Η Νένη Ευθυμιάδη παραμένει από τους πλέον εύστροφους, εγκεφαλικούς, ευφάνταστους και με αυτοσαρκασμό και χιούμορ Έλληνες συγγραφείς. Οι σχέσεις, σε επίπεδο κοινωνίας και οικογένειας, το φόρτε της. Οι θεσμοί, στο διαρκές στόχαστρό της. Αλλά και η αντεστραμμένη εικόνα στο ό,τι δηλώσεις, επί τω προκειμένω.

Στους «Πολίτες της σιωπής», εκείνη η μικρή, τελικά, καλή κι εύστροφη τρομοκράτισσα κατακτούσε τις αναγνωστικές καρδιές μας — ποιος μπορεί να ξεχάσει το ότι η γιάφκα ήταν το συνοικιακό ανθοπωλείο; Οι βόμβες κάτω από τα λουλούδια. Τα εκρηκτικά, μαζί με τους κρίνους. Η «Πόλη των γλάρων», ένα μυθιστόρημα δρόμου, ψυχολογικό θρίλερ όπως και όλα της, διαδραματιζόταν στο Χάλιφαξ, διότι η Νένη Ευθυμιάδη είναι κοσμοπολίτισσα συγγραφέας. Οι «Τυχοδιώκτες» ήταν μια παρέα φίλων παλιών που εξελίχθηκαν όπως και όλοι μας, δηλαδή: «Αχ που ’σαι νιότη που ’δειχνες πως θα γινόμουν άλλος». Σε έναν κήπο, που θύμιζε την χαμένη Εδέμ. Στο «Εγώ και ο Μαγγελάνος» έπαιζε με την ίδια τη συγγραφική της υπόσταση, ένας συγγραφέας «σοβαρών θεμάτων και δοκιμίων» που υπέγραφε, σαν Μαγγελάνος πια, αστυνομικό μυθιστόρημα!

Ο «Γιος του Μπίλυ Μπλου» διαδραματίζεται στην αττική ύπαιθρο, στην αττική εξοχή, λίγα χιλιόμετρα έξω από την Αθήνα, και είναι επίσης θρίλερ τοπίου και χαρακτήρων.

Το πρώτο πρόσωπο που γνωρίζουμε είναι ο Μπίλυ Μπλου, συγκοπτόμενο του Βασίλης Μπλουμιόπουλος, πρώην ακροβάτης με διεθνή καριέρα, 69 ετών και ανήσυχος με τα γηρατειά, αποσυρμένος στην παλιά βίλα του έξω από την Αθήνα.

Γύρω απ’ αυτόν, σαν κομήτες, περιφέρονται όλοι.

Ο Άγγελος Αγγέλου «της Μαρίας και αγνώστου πατρός» που επιμένει καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας να αυτοσυστήνεται ως «ο γιος του Μπίλυ Μπλου». Ο δικηγόρος του Πετράκης Δήμας αντιδρά, και ο Μπίλυ Μπλου τον περιμαζεύει στο σπιτάκι του επιστάτη, έστω και χωρίς να τον αναγνωρίζει.

Λίγο αργότερα θα μπει στο παιχνίδι και η γειτονιά:

Ο Βίκτορας που πρώτα σώζει κι ύστερα «σώζεται» από τη Σειρήνα. Χρηματιστής που επένδυσε λάθος και επιχειρεί να γίνει εις μάτην αυτόχειρας. Αλλά ο Θεός, ή η ζωή, είναι μεγάλος φαρσέρ, και η συγγραφέας αυτό θα φροντίσει να το αναδείξει.

Η Σειρήνα, περίεργη υπερήλιξ που περιπολεί τις εξοχές μέσα στις άγριες νύχτες.

Η Εύα Ράττερ, πανεπιστημιακός που πλήττει και περιμένει τον αναποφάσιστο Όττο της να επιστρέψει από μακριά, κυνηγώντας την υπέρβαρη Ρόζα της αντί για σοκολάτα να τρώει καρότα.

Ο Πάρης Ρόθος, παλιός ασφαλίτης που «σκοτώνει ό,τι ενοχλεί», κατά συνέπεια και τον αυτοσυστηνόμενο ως «γιο του Μπίλυ Μπλου» (δεν καταδέχεται πια το Άγγελος Αγγέλου, αλλά το γιατί δεν θα το μάθουμε εμείς παρά την τελευταία στιγμή, και μην επιμένετε, γιατί δεν θα σας πω τον… δολοφόνο).

Η δράση θα αρχίσει από τη στιγμή που ο νεαρός «γιος του Μπίλυ Μπλου» θα μοιράσει εκείνα τα περιβόητα «γαλάζια χαρτάκια». Προηγουμένως, έχοντας προσληφθεί ως… κηπουρός των πάντων, έπεφτε σαν επιληπτικός κάθε τόσο στη γη και πια είναι σε θέση να μιλήσει για τους κραδασμούς της. Ένα το σώμα του, διαρκώς, με το χορτάρι.

Αυτή η προσωπική εντύπωση περί παρακολούθησης θα φέρει στην αραιοκατοικημένη εξοχική περιοχή κυριολεκτικά τα πάνω-κάτω. Σε συλλογικό επίπεδο (έτσι δεν συμβαίνει πάντα και σε όλους τους κραδασμούς;), εφόσον πολλοί θα φοβηθούν και θα φύγουν, σπίτια όλως μυστηριωδώς θα πιάσουν φωτιά. Και σε ατομικό (υπάρχουν πάντα και παράπλευρες απώλειες), ο γιος του Μπίλυ Μπλου θα φυγαδευτεί, ο Μπίλυ Μπλου θα απαχθεί, ο Βίκτωρας θα βρεθεί προ των ευθυνών του, ο Πάρης Ρόθος και η Σειρήνα θα αποκαλυφθούν, ο Πετράκης Δήμας θα αμφισβητηθεί, η Εύα Ράττνερ θα αφυπνιστεί επωδύνως, ο Όττο θα προδοθεί και θα συμβιβαστεί, η Ρόζα θα αρχίσει δίαιτα και θέατρο…

Το φινάλε απρόσμενο, ανατρεπτικό και αιφνιδιαστικό. Αντιστρέφει όλο το προηγούμενο σασπένς και επιλέγει να δει σκωπτικά της ζωής μας την τραγωδία: ιδεολογίες, εμμονοληψίες, «ο μεγάλος αδελφός» και η σύμβαση της σύγχρονης οικογένειας στο ανελέητο συγγραφικό στόχαστρο, αντιμετωπίζονται κοινωνιολογικά και ψυχαναλυτικά και κατατροπώνονται με το παντοτινό όπλο, το χιούμορ. Με οξυδέρκεια και άποψη αντιμετωπίζεται κριτικά η περιοχή, ήτοι το σύγχρονο αττικό τοπίο και τα έγκατα αυτού, όπου ακόμα και το… χορτάρι διαθέτει αυτιά και ο σχεδόν αυτιστικός «γιος του Μπίλυ Μπλου» μάτια. Διότι, όταν τελειώσει το μυθιστόρημα ο αναγνώστης θα πρέπει όλα να τα ξανασκεφτεί από την αρχή. Να ξαναβαδίσει στη σκαμμένη και καμένη, ολόξερη εξοχή.

Το αποτέλεσμα, ένα μυθιστόρημα που είναι περιπέτεια, ιστορία κατασκοπίας, ψυχολογικό και οικολογικό θρίλερ, μπουλβάρ χαρακτήρων, η κωμωδία της ζωής μας και όλα μαζί. Η οξυδερκής αποδοχή των πραγμάτων και το χιούμορ θα αποδειχθούν ο λυτρωτής των πάντων. Διότι «για το τέλος του δεν ανησυχούσε πια ο Μπίλυ Μπλου. Είχε εγκαταλείψει τη μακροχρόνια προετοιμασία του θανάτου, και ας πλησίαζε τα εβδομήντα βιαστικά. Και, εν πάση περιπτώσει, ας πέθαινε όπως τύχαινε! Έτσι δεν συμβαίνει με όλους;» Επειδή αυτό είναι το ζητούμενο, πάντα. Και οι θεσμοί, δεσμοί, ιδεολογίες, θρησκείες, οικογένειες, αστυνομίες, εκείνο πάντοτε υπηρετούν. Αλλά καμιά φορά η συγγραφική ματιά τα αντιμετωπίζει όλα αυτά επαναστατώντας και γελώντας. Και η νίκη πάντοτε επ’ αυτού!





Πήρε και γράμματα! Απέκτησε αναγνώστες φανατικούς! Βιαζόταν να ξεμπερδεύει στο Υπουργείο για να επιστρέψει στο άδειο της σπίτι και επιτέλους ν’ αρχίσει τη δεύτερή της ζωή, που όλα έδειχναν ότι τουλάχιστον αυτή ποτέ δεν θα την προδώσει. Έγραφε, έγραφε ασταμάτητα! Και απαντούσε στους πάντες! Το mail της, mrodo@gmail.com, μονίμως γεμάτο. Σ’ όλους χρωστά ο Θεός, σκεφτόταν, και μια δεύτερη ευκαιρία.

Ήταν η καλύτερη άνοιξη της ζωής της αυτή. Κι όλα υπόσχονταν ένα εξίσου υπέροχο καλοκαίρι. Οι αδρεναλίνες στην τσάντα της αχρησιμοποίητες, είχε αρχίσει να κάνει όνειρα, δεν χρειάστηκε καν κορτιζόνη. Τα λουλούδια στο χαρτί, σκεφτόταν με πικρό χαμόγελο, δεν σε βλάπτουν καθόλου.

Ήταν αφοσιωμένη στην πρώτη της λογοτεχνική απόπειρα —λουλουδιασμένη κι αυτή— όταν της ανέθεσαν εκείνη τη δουλειά στο Υπουργείο Γεωργίας. Ο υφυπουργός, παλιός φίλος του θείου της, ήταν εξάλλου σαφής: «Αγαπητή μου, εσείς, ως γεωπόνος, είστε η πλέον αρμοδία».

Οι καλλιέργειες κατεστραμμένες, οι ελαιώνες άρρωστοι ειδικά από τον δάκο, αυτή την άνοιξη είχαν ανοίξει οι ουρανοί, ως κατακλυσμός, έπεσαν τόσες βροχές. Τα επιδόματα, τσουχτερά, έπρεπε να βρεθεί τρόπος για να ανακουφιστούν οι αγρότες.

Δέκα αεροσκάφη θα είχε στη διάθεσή της «για όποτε» και «για ό,τι» χρειαστεί! Τα χημικά τα έπαιζε στα δάχτυλα, τι διάολο μάθαινε τόσο χρόνια στη σχολή, δεν θα μπορούσε να νικήσει τον δάκο;





Στην αρχή, θορυβήθηκε. Λες και θα είχε με τους ελαιώνες και τον δάκο επαφή μετωπική. Έκανε δυο νύχτες για να κλείσει μάτι.

Ήτανε Πέμπτη 17 Ιουλίου, όταν ξημέρωσε γι’ αυτήν, ξαφνικά, διπλή γιορτή: τα γενέθλια και η ανέλπιστή της τύχη! Σαν δώρο την είδε την τιμωρία της. Κάτι σου παίρνει, αλλά και κάτι σου δίνει αυτή η ζωή.

Ντύθηκε, φόρεσε το λαδοπράσινο αγαπημένο ταγέρ, πήρε γλυκά με άρωμα… τριαντάφυλλο και κατέφθασε στο γραφείο. Ευτυχώς, κανένας δεν είχε τολμήσει να της φέρει λουλούδια. Η απαγόρευση, ρητή. Ούτε θυμόταν κανείς πώς είχε γίνει η αρχή. Το σίγουρο είναι ότι στη Ρόζα πια «ποτέ λουλούδια». Οι περισσότεροι υπέθεταν ότι, με την αγάπη της, δεν τα άντεχε κομμένα. Οι άνθρωποι, ευτυχώς, ξεχνούν γρήγορα κι ούτε προσέχουν το οφθαλμοφανές, έχουν μια τάση, μια έμφυτη ροπή στη δικαιολογία και στο ψέμα.

Θα μπορούσε να τα χαρακτηρίσει και ως «τα γενέθλια της ζωής της», ποτέ άλλοτε δεν είχε νιώσει τόσο δυνατή, με τόση ενέργεια, αφού απ’ το πρόγραμμά της τίποτε δεν δέχτηκε να αναβάλει: «Θα γίνουν κανονικά σήμερα όλοι οι προγραμματισμένοι αεροψεκασμοί. Η δουλειά είναι δουλειά», τους το ξέκοψε αστειευόμενη τάχα.





Το βράδυ γύρισε σπίτι κατάκοπη. Τηλεφώνησε στη μοναδική φίλη της και της δήλωσε ότι «κεράσματα την Κυριακή το πρωί». Το μόνο που ήθελε ήταν να γράψει. Να στραβοχυθεί στην καρέκλα της και, κοιτώντας το ολάνθιστο λάπτοπ της, να αφήσει κάτω από το κρίνο-λάμπα όλη της την οργή, να βγει, επιτέλους, παράπονο, γιατί αλλιώς θα την πνίξει.

Θα τα πω με τ’ όνομά τους, σκέφτηκε. Την ασφάλιζε η σκέψη «αφού δεν έχω όνομα εγώ». Το είχε πάρει απόφαση, δεν θα έκανε πίσω πια, απόψε θα γράψει επιτέλους ό,τι τη βάραινε! Δεν χρειαζόταν από βοηθήματα τίποτα· είχε έναν ολάνθιστο κήπο στην καρδιά και στο κεφάλι. Όλα τα είχε μέσα της, δεν είχε ούτε ένα ταπεινό αγριολούλουδο ξεχάσει.

Πρώτα τής ήρθε ο τίτλος: «Κάκτος σε σχήμα Καμέλιας», σαν ουρίτσα χαρταετού στον ουρανό. Αρκούσε ν’ απλώσει το χέρι και ν’ αγγίξει απαλά την ακρούλα.

Ξημερώθηκε σαν να της υπαγόρευαν. Έτσι την έγραψε όλη την ιστορία. Σαν Ζαν Ντ’Αρκ. Ακούγοντας φωνή ψιθυριστή μες στο κεφάλι.
 



Β΄ ΜΕΡΟΣ

Κωδικός παραγγελίας



Ο υπαστυνόμος Αρσένης τα ’χε παίξει! Άκρη δεν έβγαζε απ’ την υπόθεση, «τι θεόκουφη ιστορία ήταν κι αυτή», έτσι ακριβώς τη χαρακτήρισε ο βοηθός του. Σαν να είχε πέσει πάχνη ή χιονιάς σε όλο το λεκανοπέδιο εν μέσω Ιουλίου. Δεν είχε μείνει ίχνος πρασίνου σ’ ολόκληρη την Αττική, ούτε για δείγμα.

«Ως και τα γκαζόν μαράθηκαν!» του είπε στο τηλεφωνικό κέντρο η Φανή. «Γλίτωσαν μόνο τα φυτά εσωτερικού χώρου!»

«Και δέντρα;»

«Και δέντρα! Και καλλιέργειες και αμπέλια! Τέρμα η παραγωγή! Κι όχι για φέτος μόνο, σαν να τα έχει κάψει κεραυνός», ισχυρίζονται οι εμπειρογνώμονες.

Τηλεφώνησε σπίτι του —«Όχι, δεν θα ’ρθω για φαγητό»—, μπήκε στο υπηρεσιακό και είπε, «Πρώτα στον μεσογείτικο κάμπο», στον βοηθό του.

Είχαν ένα εξοχικό κάποτε εκεί, παραθέριζε ως παιδάκι στο Πόρτο Ράφτη. Αεροδρόμια, βιομηχανίες, σκουπιδαριό, ήδη αρκετό κακό υπέστη. Θυμάται τον πρώτο καιρό της απαλλοτρίωσης, σαν μια μεγάλη πληγή οι αμπελώνες που θα στρώνονταν αεροπλάνα και τσιμέντο. Σαν σπλάχνα τού φαίνονταν. Δεν ήθελε καν να πατήσει απ’ εκεί. Αφού, τον πρώτο καιρό, αρνιόταν και να ταξιδέψει. Αλλά παντού συνηθίζει ο άνθρωπος, ακόμα και στο χάος. Ο Ντοστογιέφσκι δεν το είχε πει αυτό; Σκέφτηκε. Ε, και ταξίδεψε, το ξέχασε με τον καιρό τελείως. Απαλλοτρίωση παντού, σκέφτεται σήμερα που επιστρέφει. Και στις ψυχές μας.

Κι από πού δεν πέρασαν! Παλιά βυζαντινά ξωκλήσια, νεκροταφεία εντυπωσιακά (πάντοτε τον τραβούν αυτά τα μέρη), περβόλια, αμπελώνες, δρόμους αγροτικούς — έρημη χέρσα γη, κυριολεκτικά σαν βομβαρδισμένη!

«Μεγάλη καταστροφή…» μονολογούσε οδηγώντας ο Γιάννης.

Ήρθε η πίκρα και του κάθισε μηλαράκι στο λαιμό. Αλλά τώρα πια τι μπορούσε να κάνει; Άντε να ανακαλύψεις τον παρανοϊκό, διότι περί παρανοϊκού πρόκειται, αν είναι δυνατόν να πιστέψει πως πρόκειται περί «κατάρας Θεού» όπως ισχυριζόταν ο Γιάννης. «Οι θεϊκές ευχές και κατάρες έχουν ανθρώπινο χέρι, αγόρι μου», του το ξέκοψε.

Γύρισε άπραγος πίσω και έπεσε να κοιμηθεί δυστυχισμένος.





Έτσι κύλησε όλο το καλοκαίρι· κυριολεκτικά, με άδεια χέρια. Κι όλα έδειχναν πως με άδεια χέρια θα έφευγε και το φθινόπωρο, θα ’ρχόταν ο χειμώνας.

Η Φανή τ’ ανακάλυψε. Αυτό το τεύχος του παλιού Ανθοκόμου. «Μαύρο Ρόδο», τρέχα βρες την!

Τίποτε δεν θα είχε υποψιαστεί αν ο εκδότης δεν της έλεγε ότι η αρθρογράφος με το περίεργο όνομα ήταν υψηλόβαθμη υπάλληλος του υπουργείου Γεωργίας. Όταν του το πρωτόπε, την κατηγόρησε πως είναι υπερβολική, όποτε να περνούσε την έβλεπε εξάλλου χωμένη πίσω από ένα αστυνομικό βιβλίο. Η Χάισμιθ, το πάθος της! Χωρίς καθόλου αυτό να σημαίνει ότι δεν είχε περάσει και Εποχή Αγκάθα. Αγκάθα Κρίστι στη φτωχική βιβλιοθηκούλα της, σε όλες τις εκδοχές! Αφού έβρισκε πριν από τη μέση της ιστορίας τον δολοφόνο.

«Ευτυχώς, καημενούλα μου, που είσαι στο τηλεφωνικό κέντρο», την πείραζε. «Θα την είχαν πληρώσει πολλοί αθώοι!»

Το πόρισμα, όμως, των ερευνών ήρθε για να τη δικαιώσει:

Σε όλο το λεκανοπέδιο είχε πέσει κεσαμπρίμ! Σαν κάποιος να το είχε ψεκάσει από τον ουρανό!

Κι εκείνος δεν ήταν που έλεγε ότι «η ευχή και η κατάρα έχουν ανθρώπινο χέρι;»

Ζήτησε χρόνο! Ποιος; αυτός, που ποτέ δεν ήθελε «χάσιμο χρόνου». Ο Αρσένης μισούσε όσο τίποτα τις αναβολές, «Από αναβολή σε αναβολή και τελικά χάνεις τη ζωή σου» του έλεγε ο πατέρας. Την κρατούσε για μια ζωή τη φράση αυτή, σαν φυλαχτό. Όμως, τώρα, ισχυριζόταν πως «ήταν άλλο».

Όταν του έφερε εκείνο το περιοδικό (Ιούλιος, μια εβδομάδα μετά την καταστροφή), δεν ήθελε να το πιστέψει η καρδιά του. Το διάβασε τρεις φορές κλειδωμένος στο παγωμένο γραφείο. Εάν δεν ήταν οι υποψίες, θα μπορούσε ως και να τη λυπηθεί. Η ζωή σού στερεί ακριβώς ό,τι έχεις αγαπήσει. Θυμήθηκε τον Φρόυντ στη σχολή: «Εδώ πέρα έχουμε έρθει να τα χάσουμε όλα, ως και τη συνείδησή μας». Την αγαπημένη του συγγραφέα θυμήθηκε, την Άιρις Μέρντοχ, το Αλτσχάιμερ και το «Μια αρκετά αξιοπρεπής ήττα». Αγαπούσε τους ηττημένους, πάντοτε πίστευε ότι το μεγαλείο και το ήθος μας στην ήττα τελικά θα φανούν. Επαναλάμβανε: «Σημασία έχει να ξέρεις να χάνεις». Ο ίδιος ήξερε; Το έμαθε, ήθελε δεν ήθελε, σ’ αυτή τη ζωή. Όταν τον εγκατάλειψε η Δάφνη. Όποτε το θυμάται, πονά. Είχε αντιδράσει, όμως, τότε σαν κύριος. Κι ας έμεινε πίσω με δυο μωρά παιδιά, κι ας ήταν, εκείνος, ο καλύτερός του φίλος.

Τι του ’ρθε πάλι και τα θυμήθηκε; Έχουν περάσει πια τόσα χρόνια, αλλά με ό,τι αφήσαμε ζούμε. Με ό,τι έχουμε πορευόμαστε, και τα σκουπίδια μας είναι αυτά που εντέλει χαρακτηρίζουν και τον πολιτισμό μας.

Κουβάρι η σκέψη, όπως θέλει ξετυλίγεται κι όπου γουστάρει σαν τον χαρταετό σε πάει. Τώρα, πώς έφτασε στη Δάφνη του, γύρευε!

Εδώ που τα λέμε, και ποτέ του δεν της κράτησε κακία. Αν ξαναρχόταν, θα τη δεχότανε; Μπα! Ούτε θα ξαναρχόταν, δεν θα ’χε και δίλημμα. Πέτρωσε, όμως! Ούτε ν’ ακούσει από τότε, σαν τον σκαντζόχοιρο έγινε, κρύφτηκε κάτω απ’ τ’ αγκάθια. Ό,τι καλό, τα παιδιά του! Κι όχι πολλά-πολλά. Δεν ήξερε πώς να τη χειριστεί την αφή του. Η μάνα του δεν ήταν και πολύ διαχυτική, ήταν σκληρός κι ο πατέρας… Με σκούπιζε και με γρατζούνιζε, σκέφτηκε, δάκρυσε και την ίδια ώρα καπάκι, «Όμως σε σκοτώνει αυτό που υπήρξε καταρχήν δωρεά σου», κοίτα να δεις πώς μπορεί να σου βγει η ευχή, κατάρα! Και σκέφτηκε αυτόματα μιαν άλλη αγαπημένη. Φλέρυ Νταντωνάκη, εκείνη που τραγουδούσε και άνθιζαν ρυάκια και πουλιά. Η δωρεά Του, οι φωνητικές της χορδές. Η κατάρα Του ακριβώς στην ευχή του! Ίσως και γι’ αυτό να Τον κατηγορούν για ασπλαχνία πολλοί, επειδή, ό,τι δίνει, έρχεται τελικά και σ’ το παίρνει!

«Για να απελευθερωθούμε απ’ τα πάθη μας, ίσως», παρηγοριόταν η φίλη του Ελπίδα.

«Για να μην αγαπήσουμε τίποτε άλλο εξόν απ’ Αυτόν στη ζωή», είχε τολμήσει κάποια στιγμή να του πει ο γέροντάς του. Δεν ξαναπήγε!

Και να τώρα, μπροστά σ’ αυτή την περίεργη γυναίκα, που τα σκεφτόταν ξανά όλα αυτά.

Την άλλη μέρα περίμενε και τη γνωμάτευση του γιατρού που την είχε εξετάσει…

Κλείνουν τα μάτια του. Θα το διαβάσει και πάλι, για μια ακόμη φορά. Σίγουρα όχι και τελευταία.







Κάκτος σε σχήμα καμέλιας



«Λουλούδια από την Ολλανδία», έλεγε το προσπέκτους.

Προτού διαβάσει, τα ’φαγε με τα μάτια: το λουλούδι του Πάθους Passiflora Alata. Κόκκινος πλούσιος ιβίσκος· φτάνει τα δυο μέτρα. Νεραγκούλα η Ασιατική. Μεγάλες και λαμπερές ντάλιες. Τα Κρίνα του Νείλου· αγάπανθος. Πολύχρωμες διπλές φρέζες που μοσχοβολούν. Ανεμώνες St Brigid με διπλά λουλούδια. Το Αστέρι της Βηθλεέμ. Ζέρμπερες. Αναρριχώμενος λυκίανθος. Ιαπωνική καμέλια. Γιορταστικές καμπανούλες. Λουλούδια του Καλοκαιριού. Λαμπερές κολομπίνες. Μεξικάνικα λουλούδια Tiger. Μιγκιέ που φορούσε στον γάμο. Γλαδιόλες, όπως αυτές που της είχε φέρει κάποτε στη γιορτή ο συμμαθητής της. Κρίνοι. Η Ματωμένη Καρδιά. Ένας καταρράχτης από γαρίφαλα. Το Νυφικό Λουλούδι. Και το Δέντρο του Ουρανού. Αναρριχώμενη κληματίδα. Πυκνά μπουκέτα από Τριαντάφυλλα. Το ροζ δέντρο· αλμυρίκι. Πανέμορφες διπλές παιώνιες. Και πάλι ντάλιες· σε κόκκινο βαθύ, λαμπερό κίτρινο, αριστοκρατικό λευκό, λιλά, ροζ και φωτεινό πορτοκαλί. Ύψος ένα μέτρο. Μέγεθος άνθους 25 εκατοστά. Απόσταση φύτευσης βολβών 60 εκατοστά. Συλλογή πέντε βολβών, 17,50 ευρώ. Κωδικός παραγγελίας: 720027.11.

Σχεδόν τα μύριζε τα Κρίνα του Νείλου. Τα Μιγκιέ τα ’νιωθε ακόμα στα μαλλιά. Το Λουλούδι του Πάθους κάπως την αγρίευε, έτσι όπως άνοιγε απαιτητικά τα πέταλά του. Οι νεραγκούλες πάντοτε ήταν πιο κατευναστικές. Της θύμιζαν γιαγιά. Όπως κι οι κόκκινοι ιβίσκοι. Φρέζες είχε πάντα η μάνα της· άσπρες και κίτρινες. Όμως μπορεί να παραγγείλει και κόκκινες, ακόμα και μοβ αν θέλει. Πακέτο 10 βολβών, 5 ευρώ. Κωδικός: 720005.11.

Οι κολομπίνες Aquilegia, διαβάζει, είναι σπάνιες. Ιδανικό λουλούδι για γλάστρες και βραχόκηπους. Πολυετές, ποώδες. Προσελκύει τις πεταλούδες στο μπαλκόνι. Κι είναι σαν να τις βλέπει ήδη τις πεταλούδες, σαν να ’ναι κιόλας στο μπαλκόνι της. Τα αρωματικά δειλινά Mirabilis jalapa είναι γνωστά και ως νυχτολούλουδα. Ποδίτσες, τα ’λεγε παιδί. Ανοίγουν το απόγευμα και κλείνουν το πρωί. Περισσότερο, όμως, θυμίζουν μικρές πολύχρωμες ομπρέλες, ροζ απαλό και κόκκινο βαθύ. Αστραφτερό λευκό και κίτρινο του ήλιου. Υπάρχουν κι εκατό βολβοί σ’ ένα πακέτο! Α΄ ποιότητος. Για γλάστρες, ζαρντινιέρες, κήπους. Λουλούδια όλο τον χρόνο· από την άνοιξη έως το φθινόπωρο. Αλλά και τα μεξικάνικα Tiger ανθίζουνε πολλές φορές. Δέκα ανάμεικτοι βολβοί, έξι ευρώ μονάχα.

Τα ελβετικά γαρίφαλα είναι ανθεκτικά στην ξηρασία. Η Ματωμένη Καρδιά αντέχει πολλά χρόνια· ποιος πέθανε, εξάλλου, από πόνο. Και στα κλαδιά κρέμονται λουλούδια σε αληθινό σχήμα καρδιάς. Χαϊδεύει τις καμπύλες, την εγκοπή, και σαν να κόβεται. Τα Lilium είναι σε ροζ και κίτρινο. Οι καμπανούλες, τρίχρωμες στο ίδιο δέντρο. Το ροζ δέντρο είναι σαν δεμάτι πούπουλα. Ψηλά λοφία από μικρά ροζ —τι άλλο— λουλούδια. Η αναρριχώμενη Wisteria είναι μοβ βελουτέ. Το δέντρο Golden Bell Forsythia, κίτρινο-χρυσό, φυτεύεται σε φράκτες.

Έτσι περνά σχεδόν όλη τη μέρα. Χαϊδεύοντας καμπανούλες και ιβίσκους στο χαρτί. Χορταίνει χρώματα η καρδιά της και αρώματα. Πολύχρωμο γαρίφαλο ανθεκτικό στην ξηρασία πια κι αυτή. Οι ντάλιες και οι διπλές παιώνιες, στην τελευταία σελίδα. Πολλά τα έχει κάνει κάδρο. Της είναι άχρηστοι οι σημειωμένοι κωδικοί. Αν παραγγείλει, με την τόση αλλεργία που τη δέρνει, θα γίνει η ίδια ανθισμένη καμέλια. Ολόκληρη μια πληγή. Δέντρο του Πάθους και Ματωμένη Καρδιά μαζί. Γι’ αυτό, μόνο θα τα μυρίζει. Θα τα χαϊδεύει στο κάδρο· να ξεγελά την αφή.

Στην άλλη ζωή θα πει να γεννηθεί λουλούδι. Ίσως Μιγκιέ. Για να στολίσει κάποια μαλλιά. Μπορεί και Δέντρο του Ουρανού, αειθαλές, με εκείνα τα αθώα γαλάζια του λουλούδια.

Τώρα είναι κάκτος.

Δεν την πειράζουν οι κάκτοι, της διευκρίνισαν τόσες φορές οι γιατροί. Κάκτος που ονειρεύεται ιβίσκους, νεραγκούλες, καμπανούλες και ντάλιες. Σε μοβ-ροζ. Που γίνεται, ενίοτε, καμέλια κατακόκκινη. Ιαπωνική. Αυτοκρατορική. Της ηδονής και της οδύνης.

Αλλά, προς το παρόν, δεν το διακινδυνεύει…

 Περισσότερα για τη συγγραφέα μας και τις 
Εκδόσεις Καλέντη εδώ :


 ΓΙΟΥΛΗ ΤΣΑΚΑΛΟΥ
ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ-ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου