ΒΙΒΛΙΟ - ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ - ΚΡΙΤΙΚΕΣ

Φίλες, φίλοι,

Σας καλωσορίζουμε στο blog της ομάδας ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ-ΚΡΙΤΙΚΕΣ! Για πόσο μπορούμε να περιπλανηθούμε στον κόσμο του στοχασμού και της συνείδησης; Μέχρι πού αποδεχόμαστε το ελεύθερο πέταγμα της σκέψης; Κι όταν γυρίσουμε στο παρόν, στη λογική, στο «πρέπει», δεν θα πούμε ότι ήταν όνειρο, παράκρουση ή μέθη; Αυτό το ταξίδι της σκέψης στη μέθη και στο όνειρο ευελπιστεί να χαρίσει αυτή η ομάδα στον κάθε αναγνώστη. Να του δώσει φτερά για να ξεκινήσει το μαγικό σεργιάνι του σε έναν κόσμο απόλυτα αληθινό αλλά και τόσο ανεξερεύνητο, στον χώρο του βιβλίου που τόσο αγαπάμε. Και μαζί, να το στηρίξουμε με αγάπη, ήθος, ευγενικές προθέσεις, σκέψεις και πράξεις!

Γιούλη Τσακάλου

Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2018

Συνέντευξη του συγγραφέα κ. Κυριάκου Αθανασιάδη στην Γιούλη Τσακάλου, ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ-ΚΡΙΤΙΚΕΣ!!


Κυριάκος Αθανασιάδης




Μία συζήτηση με τον Κυριάκο Αθανασιάδη, με αφορμή το τελευταίο μυθιστόρημά του, «Οι τέσσερις εποχές της Μέλισσας», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός.


- Γιούλη Τσακάλου: Κύριε Αθανασιάδη, θα ήθελα να αρχίσουμε την κουβέντα μας μιλώντας λίγο για το προηγούμενο βιβλίο σας, τον «Οδηγό συγγραφής», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ψυχογιός. Με ιντριγκάρισε αφότου μία γνωστή και πολύ αγαπητή συγγραφέα μού είπε σε μία συζήτησή μας ότι είναι καταπληκτικό εγχειρίδιο για νέους συγγραφείς.
- Κυριάκος Αθανασιάδης: Να είστε καλά, και εκείνη και εσείς. Κοιτάξτε, έγραψα αυτό το βιβλίο κατά βάση για ένα λόγο: σαν μία συνηγορία στην πεζογραφία, μία συνηγορία στην τέχνη του μυθιστορήματος. Μολονότι όλες οι άλλες τέχνες διδάσκονται, οι πολλοί πιστεύουν πως το γράψιμο είναι κάτι ευτελές, κάτι που δεν θέλει σπουδές, δεν θέλει προεργασία — κάτι που μπορούμε να κάνουμε όποτε θέλουμε, όπως ας πούμε όταν τραγουδάμε στο μπάνιο. Ε, δεν είναι έτσι τα πράγματα. Η συγγραφή δεν είναι αποπαίδι της τέχνης, όπως ισχυρίζονται αρκετοί κυρίως σε χώρες της περιφέρειας όπως η Ελλάδα. (Γιατί σε μεγάλες χώρες με ισχυρή παράδοση η Λογοτεχνία διδάσκεται, και μάλιστα διδάσκεται σε πολύ υψηλό επίπεδο, στα πανεπιστήμια. Και βγάζει πολύ γερούς συγγραφείς: αυτούς που αγαπούν όσοι λένε πως η Λογοτεχνία δεν διδάσκεται…) Ο «Οδηγός συγγραφής» είναι ένα εισαγωγικό «εγχειρίδιο», όπως λέτε κι εσείς, ένα ευσύνοπτο σεμινάριο δημιουργικής γραφής, και απευθύνεται στον καθένα, σε νεότερους και μεγαλύτερους ομοτέχνους. Χωρίς τους κανόνες που περιέχει, για να το πούμε ξεκάθαρα, ας μην περιμένει κανείς να γράψει κάτι που να αξίζει να αγοραστεί και να διαβαστεί. Απροπό, οι κανόνες αυτοί δεν είναι δικοί μου, εγώ απλώς τους συγκεντρώνω και τους καταγράφω. Οι κανόνες αυτοί, όμως, είναι το παν. Εκτός αν κάποιος θεωρεί πως είναι ο Κάφκα, ξέρω γω, ή η Βιρτζίνια Γουλφ, οπότε αλλάζει το πράγμα. Αλλά ο τόπος είναι γεμάτος Κάφκα και Γουλφ, και σας λέω με το χέρι στην καρδιά πως οι άνθρωποι των εκδοτικών αναστενάζουν όποτε ανοίγουν ένα τέτοιο χειρόγραφο — λαμβάνουν χιλιάδες τέτοια κάθε χρόνο. Δεν μιλάμε για εμπορικότητα εδώ ή για ποιότητα. Μιλάμε για το αν είναι κάτι βιβλίο, ή αν δεν είναι. …Αλλά είπα πολλά, πάμε παρακάτω.



- Γ.Τσ.: Να πάμε λοιπόν! Συνήθως οι συγγραφείς ξεκινούν να γράφουν έχοντας κάποια εμπειρία που ήθελαν να μοιραστούν και που τους ακολουθεί. Εσείς είχατε κάποιο θέμα που τριγύριζε στο μυαλό σας και δεν θα ησυχάζατε εάν δεν είχατε διέξοδο την πένα και έτσι γράψατε τις «Τέσσερις εποχές της Μέλισσας», που κυκλοφορεί επίσης από τις Εκδόσεις Ψυχογιός;
- Κ.Α.: Όχι, όχι. Την ιδέα μού την έδωσε μία φίλη. Μου άρεσε, είδα πως μπορούσα να την επεξεργαστώ, και απλώς το έκανα. Κυρίως όμως: φαντάστηκα την ηρωίδα μου, την ερωτεύτηκα και εγώ όπως και όλοι οι άλλοι μέσα στο βιβλίο, καθώς είναι πανέμορφη και γλυκιά, και έγινα αυτή. Μου άρεσε που έγινα η Μέλισσα. Δεν έχω μέσα μου θέματα που δεν επεξεργάζομαι στον καθημερινό, δημόσιο ή ιδιωτικό λόγο μου, σε άρθρα ή αλλού. Τα βιβλία είναι εντελώς άλλο πράγμα. Προφανώς και μας «φέρουν», φέρουν μέσα στις σελίδες τους τον συγγραφέα τους δηλαδή, και την εποχή του, αλλά κυρίως δίνουν διέξοδο σε όσα έχει ο αναγνώστης τους μέσα του. Όχι ο συγγραφέας, αλλά ο αναγνώστης. (Στην περίπτωση της «Μέλισσας», κυρίως η αναγνώστρια). Για αυτό διαβάζουμε, άλλωστε. Ενώ, από την άλλη, γράφουμε (για την ακρίβεια: εκδίδουμε) για να αφηγηθούμε ιστορίες. Για να τις αφηγηθούμε όσο πιο καλά μπορούμε. Η δε ικανοποίηση που παίρνεις όταν ο κόσμος που έχεις οραματιστεί και φτιάξει αποκτά καινούργιους «τουρίστες», ταξιδιώτες που αποφάσισαν να τον περιηγηθούν, και να μείνουν στα σπίτια του, και να φάνε και να πιουν στις ταβέρνες του — ε, αυτή η ικανοποίηση είναι μαγική.



- Γ.Τσ.: Πώς νοιώθετε πιο δημιουργικός: ως συγγραφέας, ως επιμελητής, ως αναγνώστης σε εκδοτικό οίκο, ή ως ραδιοφωνικός παραγωγός; Πώς συνδυάζονται όλα αυτά;
- Κ.Α.: Τώρα πια, εδώ και ενάμιση χρόνο περίπου, δεν είμαι τίποτε από τα τρία τελευταία. Αποφάσισα, μετά από τρεις δεκαετίες στον εκδοτικό χώρο, να δουλεύω μόνο σαν συγγραφέας πλήρους απασχόλησης. Όσο δε για το ραδιόφωνο, επίσης το σταμάτησα μετά από εφτά χρόνια. Αλλά, για να σας απαντήσω: καθετί που κάνουμε μας παρέχει ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο πεδίο ελευθερίας: δημιουργικότητας — και, από την άλλη, επίσης καθετί έχει όρια. Εννοώ, πρέπει να έχει. Οφείλει. Ο πολιτισμός μας είναι φτιαγμένος πάνω ακριβώς σε όρια και κανόνες. Δημιουργικός είμαι επίσης και στην κουζίνα μου, καθώς μού αρέσει να μαγειρεύω. Αν μαγειρεύετε και εσείς, ξέρετε πόσο ικανοποιητικό μπορεί να είναι πολλές φορές αυτό, όταν βέβαια μαγειρεύεις για κάποιον άλλον. Όλα είναι όμορφα, και μαζί όλα (πρέπει να) σε περιορίζουν. Έτσι είναι η ζωή, ευτυχώς.

- Γ.Τσ.: Ο χώρος της λογοτεχνίας είναι μικρός ή χωράει κάθε νέα ιδέα, κάθε άνθρωπο που πιστεύει πως μπορεί να γράφει;
- Κ.Α.: Ο καθένας είναι ελεύθερος να κάνει όποιο χόμπι θέλει. Ειδικά η λογοτεχνία είναι ένα τελείως άκακο χόμπι. Σε αντίθεση, για παράδειγμα, με το κυνήγι ή το ψάρεμα. Ή το paintball. Η αγορά, τώρα, του βιβλίου, είναι άλλο πράγμα. Στην αγορά του βιβλίου δεν πάμε να κάνουμε το χόμπι μας. Αν ήταν έτσι, μετά από μερικούς μήνες δεν θα υπήρχε καν αγορά του βιβλίου. Δεν θα υπήρχαν εκδότες, και δεν θα υπήρχαν βιβλιοπωλεία. Θα ήμασταν, και το εννοώ, ζούγκλα. Οι εκδοτικοί οίκοι και τα βιβλιοπωλεία και οι αναγνώστες υπάρχουν και στηρίζονται χάρη στους επαγγελματίες της γραφής.

- Γ.Τσ.: Μερικοί συγγραφείς μπορεί να κυνηγούν την δημοσιότητα με κάθε τρόπο. Εσείς πώς αντιμετωπίζετε το θέμα «προβολή» και πόσο θέλετε να είστε μέρος του «star system» των συγγραφέων;
- Κ.Α.: Δεν έχω πρόβλημα με κανέναν. Συχνά είναι λίγο αστείο αυτό που συμβαίνει με κάποιους, ιδίως όταν μιλούν μόνο για τα βιβλία τους (καλά ή κακά, δεν έχει σημασία) και δεν εκτίθενται ποτέ, περπατούν στις μύτες, από φόβο μήπως χάσουν… πελάτες, αλλά όλοι οι χώροι έχουν και τις αστείες τους πλευρές. Όσο για μένα, φυσικά και θα ήθελα να είμαι μέρος τού star system, δεν υπάρχει κάτι κακό σε αυτό.

- Γ.Τσ.: Πού θα θέλατε να κατατάξουν οι αναγνώστες τα βιβλία σας; Στα ευπώλητα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, ή στα βιβλία που κάποιοι ονομάζουν «ποιοτικά»; Και τι γνώμη έχετε για αυτό το θέμα; Προσωπικά αυτό τον διαχωρισμό δεν τον κατάλαβα ποτέ, συγχωρέστε με!
- Κ.Α.: Με τη «Μέλισσα» ξεκίνησα το κεφάλαιο της συγγραφικής μου καριέρας που λέγεται «Up Market Λογοτεχνία»: καλύπτει και τις δύο κατηγορίες που αναφέρατε. Έχει όλα τα χαρακτηριστικά των ευπωλήτων, και είναι όσο γίνεται πιο καλογραμμένη, πάντα εντός πλαισίων. Και θα μείνω εδώ, στη λεγόμενη Up Market Λογοτεχνία, προσπαθώντας να γράφω μυθιστορήματα που προσωπικά θα τα ευχαριστιέμαι πολύ, που θα βάζω όλο τον εαυτό μου σε αυτά, και που θα πουλάνε πολύ. Η ποιότητα και η ποσότητα είναι δίδυμες αδελφές — η ποσότητα δεν είναι καμιά ψυχοκόρη που κοιμάται στη μικρή κάμαρη ή στο κελάρι. Προς Θεού. Αυτά είναι λυμένα εδώ και αιώνες.

- Γ.Τσ.: Πώς σας φαίνεται το γεγονός ότι μία πληθώρα ανθρώπων θέλουν να εκφραστούν μέσω της πεζογραφίας και να γίνουν συγγραφείς; Υπάρχει χώρος; Αν θέλετε τη γνώμη μου, οι συγγραφείς έγιναν πιο πολλοί από τους αναγνώστες, με αποτέλεσμα ο αναγνώστης να τραβάει τα μαλλιά του, μη γνωρίζοντας τι να πρωτοδιαβάσει και τι να πρωτοαγοράσει! Τι άποψη έχετε;
- Κ.Α.: Πάντα συνέβαινε αυτό, ξέρετε, και μάλιστα παντού. Καλά κάνουν. Καλά κάνουμε. Ο κάθε αναγνώστης πράγματι τραβά τα μαλλιά του, αλλά όλοι μαζί, το αναγνωστικό κοινό σαν σύνολο, συνεπικουρούμενο από τους διαφόρων ειδών κριτικούς, ξεχωρίζει ποια θέλει εντέλει. Και ποια δεν θέλει.

- Γ.Τσ.: Ποιο είναι το κεντρικό μήνυμα που θα θέλατε να περάσετε στον αναγνώστη μέσω του τελευταίου μυθιστορήματός σας, «Οι τέσσερις εποχές της Μέλισσας»;
- Κ.Α.: Κανένα. Δεν έχει μηνύματα η «Μέλισσα», είναι ένα κοινωνικό-αισθηματικό μυθιστόρημα εποχής που γράφτηκε για να αρέσει. Για να περάσει καλά η αναγνώστριά του. Για να το ευχαριστηθεί και να ταξιδέψει μαζί του. Δεν έχει μηνύματα. Έχει όμως μια γερή ιστορία, και πολλούς χαρακτήρες, και δράση, και μεταπτώσεις, και θανάτους, και γάμους, και ναυάγια, και κάστρα, και παιχνίδια της μοίρας. Και έχει και φανατικές αναγνώστριες ήδη, και αυτό με έχει γεμίσει τεράστια ικανοποίηση. Πηγαίνει καλά, θα πάει ακόμη περισσότερο καλά όσο περνά ο καιρός, και θα ικανοποιήσει και τον εκδότη μου, τον Θάνο Ψυχογιό, τον leader του χώρου. Αν είναι ικανοποιημένος ο εκδότης, είναι ικανοποιημένος και ο συγγραφέας. Αλλά προέχει να ικανοποιηθεί το αναγνωστικό κοινό. Θέλω να πιστεύω, και μαθαίνω, πως τα καταφέραμε.



- Γ.Τσ.: Αναρωτιέμαι αν στη συγγραφική σας καριέρα σάς έχουν στεναχωρήσει πράγματα ή και άνθρωποι;
- Κ.Α.: Προφανώς. Αλλά και εγώ έχω στενοχωρήσει πολλούς. Έτσι πάει.

- Γ.Τσ.: Ποιος νομίζετε ότι είναι ο μεγαλύτερος εχθρός της λογοτεχνίας;
- Κ.Α.: Η οικονομική δυσπραγία, η ανεργία και η ανέχεια. Όσο πιο πολλά βιβλία βγαίνουν, τόσο πιο πολλοί καλοί συγγραφείς θα αναδεικνύονται: είναι θέμα στατιστικής. Αλλά για να εκδοθούν αυτά τα πολλά βιβλία, πρέπει να αγοραστούν τα προηγούμενα, και μάλιστα από πολλούς. Αυτό γίνεται μόνο όταν πηγαίνει καλά η οικονομία, και ο κόσμος δουλεύει, και έχει ελεύθερο χρόνο για να τον αξιοποιήσει διαβάζοντας.

- Γ.Τσ.: Υπάρχουν κάποιες λέξεις στη ζωή σας που σας συνοδεύουν;
- Κ.Α.: Η λέξη Άρης. Η ομάδα μου.

- Γ.Τσ.: Ποια είναι η ευθύνη ενός πνευματικού ανθρώπου σήμερα;
- Κ.Α.: Δεν έχει καμία ευθύνη, κανείς. Ο καθένας κάνει μόνο ό,τι τού επιβάλλει η συνείδησή του και το γούστο του.

- Γ.Τσ.: Σε έναν συγγραφέα συνηθίζεται να ρωτούν στο τέλος μιας κουβέντας, τι ετοιμάζει τώρα. Εγώ θέλω να ξεφύγω από το πλαίσιο και σας ρωτώ ευθέως γιατί μας εγκαταλείψατε και προτιμήσατε να ζήσετε χωρίς εμάς στα ξένα;
- Κ.Α.: Δεν είχα ταξιδέψει σχεδόν ποτέ στο εξωτερικό, και ήθελα να το ζήσω επιτέλους αυτό. Ας πούμε ότι μου το χρωστούσα. Δουλεύω πάρα πολλά χρόνια, και δεν έχω πάει ποτέ μου καν διακοπές. Ήταν η κατάλληλη στιγμή, καθώς τα πράγματα στην Ελλάδα είναι πολύ άσχημα, και χειροτερεύουν μέρα με την ημέρα. Υπό μία έννοια, δραπέτευσα από μία χώρα που αγαπώ στον υπερθετικό βαθμό.

- Γ.Τσ.: Πιστεύετε ότι θα έχετε καλύτερο επίπεδο ζωής στην Τσεχία;
- Κ.Α.: Εκατό τοις εκατό, η διαφορά είναι χαώδης. Κανείς Έλληνας, άλλωστε, από όσους μεταναστεύσαμε τα τελευταία χρόνια δεν πήγε στα ορυχεία ή στη λάντζα, ή στις φάμπρικες, όπως συνέβαινε στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, ή μετά τον Εμφύλιο. Εδώ (στην Πράγα, αλλά και οπουδήποτε πήγαν όλοι οι υπόλοιποι) είναι η μέρα με τη νύχτα σε σχέση με την Ελλάδα. Μπορείς να δουλέψεις με καθαρό κεφάλι, να προχωρήσεις σε καθαρούς δρόμους, να πάρεις το λεωφορείο στην ώρα του. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο σημαντικό είναι για ένα συγγραφέα να περνάει το λεωφορείο στην ώρα του. Προσωπικά είμαι απολύτως εξαρτημένος, βέβαια, από την Ελλάδα οικονομικά και επαγγελματικά, και θα είμαι μέχρι να πεθάνω, οπότε μόνο το πλαίσιο αλλάζει στη ζωή μου. Αλλά δεν είναι λίγο και αυτό, είναι σημαντικό.

- Γ.Τσ.: Κύριε Αθανασιάδη, σας ευχαριστώ πολύ! Σας εύχομαι να έχετε πολλές-πολλές εμπνεύσεις για να σας απολαμβάνουμε εμείς οι αναγνώστες έστω και από μακριά!
- Κ.Α.: Εγώ σάς ευχαριστώ, μου άρεσε πολύ αυτή η συνέντευξη, ειλικρινά.

- Γ.Τσ.: Και κάτι τελευταίο, εκτός θέματος… Έχετε φοβερό χιούμορ, ή μου φαίνεται;
- Κ.Α.: Σας φαίνεται. …Όχι, πλάκα κάνω. Μου αρέσει να γράφω αστεία στο Facebook, ναι. Σε όλους μας δεν αρέσει; Είναι ένας καλός τρόπος να «προσθέτεις περιεχόμενο», content που λένε, στη συνήθως άχαρη, και συχνά βίαιη, πραγματικότητα, όπως αυτή αποτυπώνεται στα social media. Να είστε καλά! Κι εσείς, και οι αναγνώστες σας. Τους θέλουμε μαζί μας. Είμαστε όλοι ένα.

Οφείλω να ομολογήσω οτι αυτή η συνέντευξη ξεπέρασε κάθε προσδοκία μου!!😊


ΓΙΟΥΛΗ ΤΣΑΚΑΛΟΥ
ΒΙΒΛΙΟ-ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ-ΚΡΙΤΙΚΕΣ 
 






ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ

Ο ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΑΔΗΣ γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1963. Είναι συγγραφέας, επιμελητής εκδόσεων, αναγνώστης σε εκδοτικούς οίκους και συνιδρυτής του πολιτιστικού-πολιτικού σάιτ και διαδικτυακού ραδιοφώνου Αμάγκι (www.amagi.gr). Πεζογραφικά βιβλία: Ιστορίες Υπερβολής (διηγήματα, «Ροές» 1987, β΄ έκδ. «Δήγμα» 2010), Δώδεκα (μυθιστόρημα, Καστανιώτης 1991), Μικροί Κόσμοι (μυθιστόρημα, Λιβάνης 1996), Το Σάβανο της Χιονά της (μυθιστόρημα, «Σύγχρονοι Ορίζοντες» 2002), Το Βασίλειο του Αποχαιρετισμού (νουβέλα, «Σύγχρονοι Ορίζοντες» 2002), Πανταχού Απών (μυθιστόρημα, «Τυπωθήτω» 2007), Κακορραφίες (διηγήματα, «Δήγμα» 2009), Ζα Ζα (μυθιστόρημα, «Free Thinking Zone» 2012), Ξυράφια /Razors (θεατρικό, δίγλωσση έκδοση, «Free Thinking Zone» 2013), Η Κόκκινη Μαρία (μυθιστόρημα, «Διόπτρα» 2014). Βιβλία για παιδιά: Ο χιονάνθρωπος που ήθελε να γίνει Αϊ-Βασίλης («Μίνωας» 2002), Η βίλα των πνευμάτων («Μίνωας» 2003), Μαγική εικόνα («Μίνωας» 2003), Σαντιγί για μάγισσες («Μίνωας» 2003), Ο άγριος Βασίλης («Βιβλιοπωλείον της Εστίας», 2003), Μάγος είσαι ; («Φαντασία» 2004), Οι περιπέτειες του Μεφίστο («Κέδρος» 2016). Επίσης, έχει εκδώσει 6 μυθιστορήματα φαντασίας για εφήβους, με ψευδώνυμο. 

Περισσότερα για το συγγραφέα μας εδώ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου